Στην Κιβωτό του Ελληνικού Τραγουδιού – 3/11/2010

Γράφει ο Αλέξης Λιόλης
[email protected]
3/11/2010
www.musiccorner.gr

«Ετραγούδαγε η Σοφία…»

Η Λίνα Νικολακοπούλου για τη Σοφία Βέμπο…

Είναι αυτονόητο ότι οι δύο κυρίες δε συναντήθηκαν ποτέ. Όταν η Σοφία Βέμπο έφυγε από τη ζωή, στις 11 Μαρτίου του 1978, η εικοσάχρονη τότε Λίνα Νικολακοπούλου δεν είχε αρχίσει ακόμα τη διαδρομή της στο ελληνικό τραγούδι. Η αγαπημένη μας στιχουργός, όμως, πολλές φορές και με διαφορετικές αφορμές μίλησε με θαυμασμό και εκτίμηση για τη Σοφία Βέμπο, που φέτος συμπληρώνονται εκατό χρόνια από τη γέννησή της*.

Πρώτα απ’ όλα, στο «Τραγούδι του Νείλου» του Σταμάτη Κραουνάκη:

«Έκανα το Νείλο φίλο
είπα τα μεράκια μου.
Χαιρετίσματα να στείλω
στα πατριωτάκια μου…
Ετραγούδαγε η Σοφία
ετραγούδαγε ο Θεός
το ’γραψε κι η ιστορία
πάει κι αυτός ο πόλεμος…».

Το τραγούδησε ο Γιώργος Μαρίνος στο δίσκο του «Αυτός, ο Γιώργος» (μια μουσική ιστορία με, και για, τον αρτίστα Γιώργο Μαρίνο), που κυκλοφόρησε το Μάρτιο του 1991 από το «Σείριο», με τραγούδια του Σταμάτη Κραουνάκη σε στίχους της Λίνας Νικολακοπούλου, του Γιάννη Ξανθούλη και του συνθέτη.

Εννιά χρόνια αργότερα, «Το τραγούδι του Νείλου» ηχογραφήθηκε και με τη φωνή της Μαρινέλλας στο σάουντρακ της τηλεοπτικής σειράς «Ύστερα ήρθαν οι μέλισσες» (2000), με τη μουσική και τα τραγούδια του Σταμάτη Κραουνάκη για τη μεταφορά στην τηλεοπτική οθόνη από τον Κώστα Κουτσομύτη του ομότιτλου μυθιστορήματος του Γιάννη Ξανθούλη.

Η Λίνα Νικολακοπούλου πρόλαβε και είδε τη Σοφία Βέμπο επί σκηνής στα τέλη της δεκαετίας του ’60 σε μια από τις φημισμένες για την κακογουστιά τους φιέστες της χούντας:
«Ο πατέρας μου ήταν εν ενεργεία στρατιωτικός… Μία ημέρα μου δώσανε κάποιες προσκλήσεις για μια γιορτή στο Καλλιμάρμαρο… Εκείνο το βράδυ είδα μια γυναίκεια φιγούρα ανεβασμένη σε ένα υπερυψωμένο επίπεδο και γύρω γύρω σκοτάδι. Και επειδή δεν κινιόταν, δεν καταλάβαινα αν ήταν η ίδια η Βέμπο ή είχανε βάλει ένα ομοίωμά της. Η φωνή ακουγόταν εξωπραγματική. Θυμάμαι τους τσολιάδες, τους χορευτές, τους αρχαίους Έλληνες και τις επτά πληγές του Φαραώ, αλλά για χρόνια δεν ήξερα αν όντως είχα δει τη Βέμπο ζωντανά. Ρώτησα και έμαθα τελικά ότι η ίδια είχε πάει» (περιοδικό «ΒΗΜΑgazino» – Ιούνιος 2006).

Πολλά χρόνια αργότερα, όχι στο Καλλιμάρμαρο αλλά στο Ηρώδειο αυτή τη φορά, η Λίνα Νικολακοπούλου επιμελήθηκε μια μουσική παράσταση, με τίτλο «Ραντεβού στην Αθήνα», αφιερωμένη στη Σοφία Βέμπο. Τραγούδια της Βέμπο από το 1933 ως το 1965 ερμήνευσαν εκεί, το Σάββατο 24 και την Κυριακή 25 Ιουνίου του 2006 στα πλαίσια του Φεστιβάλ Αθηνών, η Χάρις Αλεξίου και η Δήμητρα Γαλάνη. Το «Ραντεβού στην Αθήνα», η Βέμπο και, κυρίως, η Λίνα έγιναν αφορμή για να ξανατραγουδήσουν μαζί, Αλεξίου και Γαλάνη, μετά από πολλά χρόνια.

Στην παραπάνω συνέντευξη στο «ΒΗΜΑgazino» και στον Αργύρη Παπαστάθη, με αφορμή την παράσταση του Ηρωδείου, η Λίνα Νικολακοπούλου ανέφερε για τη Βέμπο:
«Η μάχη για την ελευθερία ενάντια στον φασισμό υπήρξε σταθερό σημείο αναφοράς στη ζωή της. Προσπαθώ να διακρίνω το κίνητρό της. Από πού πήγαζε δηλαδή όλη αυτή η δύναμη και η ενέργειά της να τρέχει σε νοσοκομεία και καταστρώματα πλοίων, να σκαρφαλώνει στα φυλάκια την εποχή του πολέμου και να θέτει τον εαυτό της στην υπηρεσία του τόπου. Βλέπω τη Βέμπο να γίνεται δυνατή ίσως γιατί έπρεπε να ισορροπήσει κάτι άλλο μέσα της. Όλο αυτό το δόσιμο γιάτρευε την ίδια… Αυτό ήταν η ζωή της, η επικοινωνία με τον κόσμο. Και είναι κάτι που δεν ξέρω αν πρόλαβε να ερμηνεύσει μέσα της. Με το που τελείωσε η ζωή της καλλιτεχνικά, λίγο μετά πέθανε».

Η Χαρούλα Αλεξίου με τη Δήμητρα Γαλάνη στο Ηρώδειο, στο αφιέρωμα στη Σοφία Βέμπο, προσφρέρουν στη φίλη της Βέμπο Άννα Καλουτά το τριαντάφυλλο ενός θαυμαστή τους...

Είναι σίγουρο ότι η Βέμπο «κατοικεί» χρόνια στη σκέψη και στο αίσθημα της Νικολακοπούλου. Την κουβαλάει επάνω της, την περιέχει, τη γνωρίζει καλά. «Οι φωνές των τραγουδιστών, ο τρόπος που ερμηνεύουν, η προσωπικότητά τους, αυτό που εκπέμπουν είναι σοβαρή υπόθεση για τους δημιουργούς, γι’ αυτούς που γράφουν τραγούδια», δήλωνε σχετικά το 1997 η Λίνα Νικολακοπούλου στο περιοδικό «Δίφωνο» (τ. 26). Και συνέχιζε:
«Η Βέμπο, διαχρονικά, για μένα, επειδή δεν ντρεπόταν να εκφράσει τα συναισθήματά της, δηλαδή να γίνεται από πολύ προσωπική μέχρι πανελλαδική -λ.χ. να εκφράζει μια ιδέα, όπως η ελευθερία ή η δύναμη που έχει ο λαός μας να αντιστέκεται-, είναι μοναδική. Δεν αισθάνομαι να υπάρχει μανιέρα σ’ αυτή την τραγουδίστρια. Η παρουσία αυτή, σ’ αυτά τα χρόνια που εγώ γράφω στίχο, μου λείπει. Πολλοί νέοι τραγουδιστές θα ήθελα να έμπαιναν στον κόπο να δουν το πώς τραγουδάει… Είναι πιο μπροστά και από το μέλλον τους».

* Η Σοφία Βέμπο γεννήθηκε στις 10 Φεβρουαρίου του 1910 στην Καλλίπολη της Ανατολικής Θράκης. Μεγάλωσε, όμως, στο Βόλο, όπου εγκαταστάθηκε η οικογένεια της, όταν η Σοφία ήταν 11 χρόνων. Σ’ ένα ταξίδι της για τη Θεσσαλονίκη, λίγα χρόνια αργότερα, γνώρισε στο πλοίο έναν ιμπρεσάριο, που την άκουσε να τραγουδά στην κουπαστή. Αυτό ήταν!

Ξεκίνησε το 1933 από τη Θεσσαλονίκη, από το πολυτελές ζαχαροπλαστείο «Αστόρια Β», όπου έδωσε το πρώτο της ρεσιτάλ. Λίγο αργότερα, η Έφη Μπέμπο -αυτό ήταν το πραγματικό της όνομα- έκανε την πρώτη της εμφάνιση στην Αθήνα, στην επιθεώρηση «Παπαγάλος 1933», που ανέβηκε στο θέατρο «Κεντρικόν». Το πρώτο της τραγούδι ηχογραφήθηκε το 1935. Ήταν το «Θα γυρίσεις ξανά» του Γιάννη Σπάρτακου.

Το 1940 γνωρίζει το Μίμη Τραϊφόρο, το μεγάλο έρωτα της ζωής της. Θα παντρευτούν το 1957, ύστερα από 17 χρόνια αρραβώνα και θα μείνουν μαζί για πάντα. Παιδιά δεν απέκτησαν. Κάποια στιγμή υιοθέτησαν ένα κοριτσάκι, τη Χάϊδω. Η Βέμπο αγαπούσε τον Τραϊφόρο παράφορα και τον ζήλευε σε ακραίο βαθμό.

Έλαμψε στη σκηνή, ενώ είχε ένα μικρό πέρασμα κι από το σινεμά: Το 1938 η Σοφία Βέμπο γυρίζει στην Αίγυπτο την «Προσφυγοπούλα», μια ταινία του Τόγκο Μισράχη σε σενάριο του Δημήτρη Μπόγρη και με συμπρωταγωνιστή τον Μάνο Φιλιππίδη. Το 1955 συμμετέχει στη «Στέλλα» του Μιχάλη Κακογιάννη. Παίζει το ρόλο της Μαρίας και τραγουδά δύο κλασικά τραγούδια του Μάνου Χατζιδάκι: «Το φεγγάρι είναι κόκκινο» και «Ο μήνας έχει δεκατρείς». Το 1958 τη βλέπουμε στην ταινία του Ντίνου Δημόπουλου «Στουρνάρα 288», μεταφορά στη μεγάλη οθόνη του ομώνυμου θεατρικού.

Η τελευταία της εμφάνιση έγινε το 1972 στη Θεσσαλονίκη, εκεί όπου είχε κάνει τα πρώτα της βήματα. Τελευταία της παράσταση, η επιθεώρηση «Κάτι… ψιθυρίζεται». Μπορεί να πέρασε κι απ’ τις γιορτές της χούντας, αλλά αυτό δεν την άγγιξε. Στα γεγονότα του Πολυτεχνείου, το 1973, άνοιξε την πόρτα του σπιτιού της και σ’ αυτό βρήκαν καταφύγιο οι κυνηγημένοι φοιτητές.

Την είπαν «τραγουδίστρια της νίκης». Η Βέμπο, όμως, δεν ήταν μόνο αυτό. Όχι πως ένας τόσο τιμητικός τίτλος αποκτιέται εύκολα, αλλά κάπου βάζει σε καλούπια την όλη παρουσία και τη συνολική προσφορά της στην τέχνη του τραγουδιού. Η Βέμπο ήταν πολύ περισσότερα. Ήταν μια σχολή ερμηνείας. Τραγούδησε ρομάντζες, δημοτικοφανή, αρχοντορεμπέτικα, πατριωτικά. Και τα τραγούδησε όπως έπρεπε: χωρίς υπερβολές, με πάθος και δύναμη, δίνοντας με τον τρόπο της ερμηνείας της -τρόπο που παραμένει συγκλονιστικά σύγχρονος- αξία ακόμα και σε τραγούδια αδιάφορα.

Έζησε μια ζωή θυελλώδη και πολυκύμαντη και έφυγε, απομονωμένη, παραιτημένη και με κατεστραμμένη τη φωνή της, στα 68 της χρόνια…

LEAVE A REPLY

Please enter your comment!
Please enter your name here