stou_xronou_ton_kathrefti_logo_500

Γράφει ο Τάσος Κριτσιώλης
Μ. Πέμπτη, 17 Απριλίου 2014

Η δεκαετία του ’60 θεωρείται από πολλούς ως εκείνη που άλλαξε τα πάντα στη μουσική της πατρίδας μας. Ο Μίκης Θεοδωράκης, ο Μάνος Χατζιδάκις κι εν συνεχεία ο Σταύρος Ξαρχάκος και οι «επίγονοί» τους, άνοιξαν νέους δρόμους στο τραγούδι με τις δημιουργίες τους. Παράλληλα όμως, αυτές ευτύχησαν να ερμηνευθούν από μια γενιά σπουδαίων τραγουδιστών που είτε ξεκίνησε τότε, είτε προϋπήρχε αλλά άκμασε στη συγκεκριμένη περίοδο.

Με αφετηρία λοιπόν το 1960, θα σταθούμε «στου χρόνου τον καθρέφτη» και θα γυρίσουμε το ρολόι στο «τότε». Ανά 15 ημέρες, η στήλη θα παρουσιάζει τα σημαντικότερα μουσικά γεγονότα στην Ελλάδα χρόνο με το χρόνο και παράλληλα, συχνά θα κάνει μια «βόλτα» στα νυχτερινά κέντρα της εποχής, παρουσιάζοντας τα «σχήματα» που έγραψαν ιστορία…

———————————————————–

stou_xronou_ton_kathrefti_1974

 

1974: Μεταπολίτευση, Καραμανλής, «Αττίλας» και Μίκης…

Έτος ορόσημο για την Ελλάδα το 1974. Έπειτα από επτά χρόνια η χούντα των συνταγματαρχών καταρρέει ως πύργος από τραπουλόχαρτα, παίρνοντας όμως μαζί της στο γκρεμό και την Κύπρο, την οποία η δικτατορία του Ιωαννίδη παραδίδει στο έλεος των Τούρκων του Μπουλέντ Ετσεβίτ και του «Αττίλα», υπό τις «ευλογίες» του Αμερικανού υπουργού εξωτερικών Χένρι Κίσινγκερ.

Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής επιστρέφει στην πατρίδα έπειτα από 11 χρόνια «αυτοεξορίας» λίγο μετά τα μεσάνυχτα της 23ης προς 24η Ιουλίου και γίνεται δεκτός με μια ανεπανάληπτη υποδοχή, καθώς σχεδόν όλη η Αθήνα σπεύδει στο αεροδρόμιο για να τον καλωσορίσει. Αμέσως ορκίζεται πρωθυπουργός, σχηματίζει την κυβέρνηση «εθνικής ενότητας» και ξεκινά την ανασύσταση ενός υπό διάλυση κράτους, υπό την απειλή των χουντικών «σταγονιδίων» που εξακολουθούν να υπάρχουν στους μηχανισμούς του.

stou_xronou_ton_kathrefti_logo_1974_karamanlis

Όλοι οι πολιτικοί κρατούμενοι επιστρέφουν από την εξορία, ο λαός ξεχύνεται ελεύθερος στους δρόμους και πανηγυρίζει τη λύτρωση, όμως η Κύπρος στενάζει κάτω από τη μπότα του Τούρκου κατακτητή και ο Μακάριος γλιτώνει για άλλη μια φορά από δολοφονική απόπειρα εναντίον του, ενώ ανατρέπεται με πραξικόπημα από την προεδρία την οποία αναλαμβάνει -για ελάχιστο χρονικό διάστημα- ο Νικόλαος Σαμψών. Τον Αύγουστο, ο «Αττίλας 2» ανενόχλητος αρπάζει άλλο ένα κομμάτι της Μεγαλονήσου, τη στιγμή που οι ελληνικές ένοπλες δυνάμεις βρίσκονται σε αποσύνθεση…

stou_xronou_ton_kathrefti_logo_1974_attilas

Ανήμερα της πρώτης επετείου του Πολυτεχνείου διεξάγονται οι πρώτες εθνικές εκλογές έπειτα από δέκα χρόνια, με τη «Νέα Δημοκρατία» του Καραμανλή να πετυχαίνει συντριπτική νίκη με 54,37% και το ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου στην τρίτη θέση με 13,25%. Τον Δεκέμβριο επιλύεται με δημοψήφισμα και το πολιτειακό ζήτημα, με τον ελληνικό λαό να επιλέγει Προεδρευόμενη Κοινοβουλευτική Δημοκρατία και να βάζει στο χρονοντούλαπο της ιστορίας τη Βασιλευόμενη. Ο Μιχάλης Στασινόπουλος είναι ο πρώτος -προσωρινός- πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας…

Στο εξωτερικό, η «χιονοστιβάδα» των αποκαλύψεων σε βάρος του Ρίτσαρντ Νίξον αναφορικά με την ανάμειξή του στο σκάνδαλο Ουότεργκέιτ τον οδηγεί στην απόφαση να παραιτηθεί από την προεδρία των ΗΠΑ, την οποίαν αναλαμβάνει ο Τζέραλντ Φορντ.

stou_xronou_ton_kathrefti_logo_1974_nixon

Όπως ήταν φυσικό κι επόμενο, η καλλιτεχνική ζωή της Ελλάδας δε θα μπορούσε να μείνει ανεπηρέαστη από τα συνταρακτικά πολιτικά γεγονότα. Ο Μίκης Θεοδωράκης επιστρέφει στην Ελλάδα και κυκλοφορούν ελεύθερα και πάλι όλα τα προδικτατορικά έργα του, αλλά και τα καινούργια που γίνονται ανάρπαστα. Μάλιστα, οι εταιρείες αναγκάστηκαν ν’ απασχολούν υπαλλήλους σε διπλοβάρδιες ώστε να τυπώνονται διαρκώς οι δίσκοι του συνθέτη που είχαν μεγάλη ζήτηση. Οι δε συναυλίες του τον Οκτώβριο στο στάδιο Καραϊσκάκη μετατρέπονται σε λαϊκές γιορτές και ο χώρος είναι κατάμεστος όλες τις βραδιές.

stou_xronou_ton_kathrefti_logo_1974_theodorakis

Το πολιτικό τραγούδι κυριαρχεί σχεδόν απολύτως τους πρώτους μήνες της μεταπολίτευσης κι εκδίδονται σωρηδόν δίσκοι αναλόγου περιεχομένου, σε σημείο κορεσμού. Παράλληλα, διοργανώνονται διαρκώς συναυλίες τέτοιου είδους με διάφορους συνθέτες και ο κόσμος κατακλύζει τις εξέδρες των θεάτρων και των γηπέδων για να τις παρακολουθήσει.

Το 1974 λοιπόν, εκδίδονται ίσως οι περισσότεροι δίσκοι από οποιαδήποτε άλλη χρονιά. Λόγω αυτής της υπερπληθώρας κυκλοφοριών, θα παρουσιάσουμε αυτή τη μουσική χρονιά σε δύο μέρη έτσι ώστε να μπορέσουμε να δώσουμε μια όσο γίνεται πιο πλήρη εικόνα της. Ξεκινάμε σήμερα με την αναφορά μας σε πέντε συνθέτες που σημάδεψαν το έτος με την εργασία τους πάνω στο πολιτικό-κοινωνικό τραγούδι: Τον Μίκη Θεοδωράκη, τον Γιάννη Μαρκόπουλο, τον Σταύρο Ξαρχάκο, τον Μάνο Λοΐζο και τον Δήμο Μούτση.

Στο επόμενο, θα σταθούμε στα υπόλοιπα «έντεχνα» έργα, αλλά και στο λαϊκό κι «ελαφρολαϊκό» τραγούδι που και το ’74 πρόσφεραν ορισμένες σπουδαίες στιγμές παρά το ότι «συμπιέστηκαν» από το πολιτικό…

Μίκης Θεοδωράκης

stou_xronou_ton_kathrefti_logo_1974_theodorakis_300

«18 λιανοτράγουδα της πικρής πατρίδας»: Πρόκειται για την πρώτη εν Ελλάδι κυκλοφορία νέων τραγουδιών του Θεοδωράκη, λίγες ημέρες μετά την πτώση της δικτατορίας. Βεβαίως, τα ποιήματα του Γιάννη Ρίτσου είχαν μελοποιηθεί κατά τη διάρκεια της παραμονής του συνθέτη στο εξωτερικό, όπου και τα παρουσίαζε σε διάφορες συναυλίες του και στο Παρίσι είχε γίνει και η πρώτη ηχογράφησή τους με τους τραγουδιστές που είχε μαζί του ο Μίκης.

Ο «ελληνικός» δίσκος έγινε κυριολεκτικά ανάρπαστος κι εξαντλήθηκε από την πρώτη ημέρα, καθώς ο κόσμος «διψούσε» ν’ ακούσει Θεοδωράκη μετά από τόσα χρόνια απαγόρευσής του από το δικτατορικό καθεστώς. Οι πωλήσεις ξεπέρασαν τα 100.000 αντίτυπα!

Επιπλέον, σημαντικό ρόλο στην τεράστια επιτυχία του άλμπουμ έπαιξε και η παρουσία του Γιώργου Νταλάρα που ήταν ένας εκ των δημοφιλέστερων ερμηνευτών και στα μάτια του κοινού αντιπροσώπευε μια φωνή «αντίστασης» στη χούντα μέσω των «κρυφών» πολιτικών τραγουδιών που είχε ηχογραφήσει κατά τη διάρκεια της επταετίας.

Η έκπληξη προέρχεται από τη συμμετοχή της Άννας Βίσση, που κάνει έτσι ουσιαστικά την πρώτη εμφάνισή της στη δισκογραφία αφήνοντας άριστες εντυπώσεις και πολλές υποσχέσεις για το μέλλον.

Όσο για τα τραγούδια, τα περισσότερα είναι γνωστά: «Κουβέντα μ’ ένα λουλούδι», «Εδώ το φως», «Το κυκλάμινο» και φυσικά το «Τη Ρωμιοσύνη μη την κλαις» που τόσο εκφραστικά ερμήνευε στις συναυλίες του ο Θεοδωράκης, ξεσηκώνοντας το κοινό.

«Στην Ανατολή»: O εξαιρετικός αυτός δίσκος που κυκλοφόρησε τον Οκτώβριο του 1974 με ερμηνευτή τον μεγάλο Στέλιο Καζαντζίδη μπορεί να μην είχε τις πωλήσεις που του άξιζαν, ωστόσο αποτελεί σίγουρα μια από τις καλύτερες (αν όχι την καλύτερη) δουλειές του σπουδαίου συνθέτη μετά τη μεταπολίτευση. Ο Θεοδωράκης επιστρέφει στα λαϊκά μονοπάτια που στη δεκαετία του ‘60 του άνοιξαν το δρόμο για την πλατιά αναγνώριση και αποδοχή από τον κόσμο και δημιουργεί δώδεκα υπέροχα τραγούδια, που φυσικά δε θα μπορούσαν να είχαν άλλη φωνή από εκείνη του μεγαλύτερου τραγουδιστή που ανέδειξε αυτός ο τόπος.

Χρειάστηκε να περάσουν 13 χρόνια -από την «Πολιτεία Α»- για να συναντηθούν οι δυο τους μουσικά και να δημιουργήσουν ένα δίσκο που ναι μεν στην εποχή του δεν ακούστηκε ιδιαίτερα, αλλά με το πέρασμα των ετών κάποια τραγούδια διεκδίκησαν και πήραν τη θέση που τους αρμόζει στο πάνθεον της ελληνικής μουσικής.

Αυτός ο κύκλος τραγουδιών γράφτηκε από τον συνθέτη το 1973 στον Καναδά και είναι αφιερωμένος στη μνήμη των φοιτητών του Πολυτεχνείου. Ορισμένα από αυτά ερμήνευσε και ο ίδιος ο Θεοδωράκης (που «ανοίγει» με τη χαρακτηριστική φωνή του τις δύο πλευρές του δίσκου), ο οποίος έγραψε και τους στίχους στα έξι από τα δώδεκα. Στα υπόλοιπα, «έβαλαν λόγια» οι Μιχάλης Κακογιάννης, Γιάννης Καλαμίτσης και Κωνσταντίνος Στυλιάτης.

Ο Στέλιος Καζαντζίδης αποδεικνύει περίτρανα με την ερμηνεία του ότι θα μπορούσε να κάνει κι άλλα πράγματα στο τραγούδι εκτός από το να περιορίζει τη θεματολογία του στην ξενιτιά, στη μάνα, στη φτώχεια και στις «προδομένες αγάπες». Σίγουρα μέσα από αυτές τις «ενότητες» βγήκαν σπουδαία και διαχρονικά τραγούδια, όμως αναμφίβολα η ελληνική μουσική έχασε πολλά εξαιτίας του ότι ο μεγάλος καλλιτέχνης δεν ασχολήθηκε ιδιαίτερα με το έντεχνο.

Ακούστε τον στα «Τα παραθύρια ορθάνοιχτα», «Μεσ’ στην ταβέρνα», «Άπονες εξουσίες» και «Βουνά σας χαιρετώ» και θα καταλάβετε το γιατί. Ο όγκος και η έκταση της φωνής του έτσι κι αλλιώς είναι ανεπανάληπτα, όμως κυρίως στον συγκεκριμένο δίσκο τα συναντάμε σε όλο τους το μεγαλείο. Αξίζει πραγματικά τον κόπο να τον βρείτε (αν δεν τον έχετε) και να τον ακούσετε, ακόμη κι αν ο τραγουδιστής ή ο συνθέτης δεν είναι του γούστου σας. Δεύτερες φωνές κάνει η Χάρις Αλεξίου.

Στο περίπου ίδιο κλίμα, κυκλοφόρησαν αυτή τη χρονιά και «Τα λαϊκά» του συνθέτη σε στίχους Μάνου Ελευθερίου, τα οποία βεβαίως είχαν εκδοθεί για πρώτη φορά στο εξωτερικό το 1971. Εδώ, υπάρχει η νέα εκτέλεσή τους με τον Μανώλη Μητσιά σε ενορχήστρωση του Λουκιανού Κηλαηδόνη, με πιο γνωστές στιγμές τα «Το παλικάρι έχει καημό», «Το τρένο φεύγει στις οκτώ» και «Σ’ αυτή τη γειτονιά».

«Αρκαδία 6-8»: Οι – συνολικά δέκα – «Αρκαδίες» του Μίκη Θεοδωράκη αποτελούν ίσως την πιο «ηχηρή» καταγγελία του συνθέτη για την κατάσταση που επικρατούσε στην Ελλάδα την περίοδο της δικτατορίας. Όντας εξόριστος και υπό περιορισμό στη Ζάτουνα της Αρκαδίας (εξ ου και ο τίτλος της συγκεκριμένης ενότητας), ο μεγάλος δημιουργός διοχέτευσε στη μουσική του όλη την αγανάκτηση και την οργή που τον διακατείχε για το χουντικό καθεστώς.

Και τούτο όχι πάντα εύκολα, αφού πολλές φορές αντιμετώπισε το ενδεχόμενο να κατασχεθεί το πιάνο του και γενικότερα τα εμπόδια που του έβαζε η δικτατορία ως προς την επαγγελματική ενασχόλησή του ήταν ουκ ολίγα. Ωστόσο, εκείνος έβρισκε πάντα τον τρόπο να στέλνει τα νέα έργα του σε δικούς του ανθρώπους στην Αθήνα και στο εξωτερικό κι ότι κι αν έκαναν οι δικτάτορες για να τον σταματήσουν, έπεφτε στο κενό…

Οι δύο «Αρκαδίες» που υπάρχουν σ’ αυτό το δίσκο γράφτηκαν την άνοιξη και το καλοκαίρι του 1969 στη Ζάτουνα. Τα «Θούριον» και «Στον άγνωστο ποιητή» σε ποίηση του ίδιου του Θεοδωράκη (Απρίλιος 1969) και τα «Μιλώ» και «Χάρης 1944» σε ποίηση του Μανώλη Αναγνωστάκη (29 Ιουλίου 1969).

Φυσικά, εκείνη την εποχή ήταν αδύνατο να κυκλοφορήσουν στην Ελλάδα κι έτσι οι ταινίες εστάλησαν στο εξωτερικό, όπου βρίσκονταν ορισμένοι από τους βασικούς συνεργάτες του Μίκη. Λίγο καιρό αργότερα όταν και ο ίδιος φυγαδεύτηκε εκτός χώρας, άρχισε να παρουσιάζει σε ολόκληρη την Ευρώπη τις καινούργιες του μουσικές εργασίες κι εκεί έγιναν και οι πρώτες ηχογραφήσεις τους.

Αυτή που υπάρχει εδώ, έγινε το φθινόπωρο του 1974 στην – ελεύθερη πια – Αθήνα με τη φωνή της Μαρίας Φαραντούρη και κυκλοφόρησε τον Οκτώβριο εκείνης της χρονιάς, μαζί με τους κύκλους «Στην Ανατολή» και «Τα τραγούδια του αγώνα». Εξ ου και τα σχεδόν πανομοιότυπα εξώφυλλα που φιλοτέχνησε με εξαιρετικό τρόπο η Ξανθίππη Μίχα-Μπανιά.

Πέραν του μουσικού ενδιαφέροντος που έτσι κι αλλιώς είναι μεγάλο και σημαντικό, ιδιαίτερη σημασία έχουν τα σημειώματα και τα κείμενα που συναντάμε στο εσώφυλλο του δίσκου – χώρια από τους στίχους όλων των ποιημάτων. Υπάρχουν αναλυτικές γραπτές αφηγήσεις του Θεοδωράκη από την εποχή που βρισκόταν στη Ζάτουνα, καθώς και δύο μηνύματα που δημοσιεύτηκαν στις 23 Απριλίου 1972 στη Ραβέννα, κατά τη διάρκεια της περιοδείας του συνθέτη στην Ιταλία.

Διαβάζοντάς τα, καταλαβαίνουμε ότι ουσιαστικά πρόκειται για μανιφέστα αντίστασης εναντίον του δικτατορικού καθεστώτος από έναν άνθρωπο που πάλεψε (κι εξακολουθεί να παλεύει…) όσο λίγοι για την ελευθερία και την ανεξαρτησία αυτού του τόπου.

Το «Μιλώ» είναι ευρέως γνωστό κι έκανε κυριολεκτικά θραύση στις συναυλίες του συνθέτη μετά τη μεταπολίτευση, αλλά στο εξωτερικό είχε ήδη κάνει αίσθηση από πιο νωρίς. Ο «Χάρης» μπορεί να γράφτηκε από τον Αναγνωστάκη κατά τη διάρκεια της Κατοχής, όμως ήταν (και δυστυχώς είναι…) άκρως επίκαιρος…

«Προδομένος λαός»: Με την επιστροφή και την ελεύθερη κυκλοφορία όλων των έργων (παλιών και νέων) του Μίκη Θεοδωράκη, παρουσιάστηκε το φαινόμενο της απόλυτης κατάχρησης της μουσικής του συνθέτη από εκεί που υπήρχε πλήρης απαγόρευση, χωρίς αυτό απαραίτητα να θεωρείται κακό.

Στο συγκεκριμένο πλαίσιο λοιπόν, η Αλίκη Βουγιουκλάκη του ζήτησε να γράψει τη μουσική για το έργο του Γεωργίου Ρούσσου «Μαντώ Μαυρογένους» που επρόκειτο ν’ ανεβάσει τον Σεπτέμβριο του 1974 μαζί με τον Μάνο Κατράκη σε σκηνοθεσία Κωστή Μιχαηλίδη.

Έτσι κι έγινε και τον Δεκέμβριο εκείνης της χρονιάς κυκλοφόρησε ένας δίσκος με δώδεκα τραγούδια από την παράσταση σε στίχους του Βαγγέλη Γκούφα. Ερμηνευτές ήταν η Χάρις Αλεξίου, ο Κώστας Σμοκοβίτης, ο πρωτοεμφανιζόμενος δισκογραφικά Βασίλης Παπακωνσταντίνου (ανακάλυψη του Μίκη κατά τη διάρκεια της παραμονής του στο εξωτερικό) και η Βουγιουκλάκη με τον Κατράκη, συνοδεία χορωδίας.

Το ύφος και οι στίχοι των κομματιών είναι προσαρμοσμένα στο κλίμα της εποχής, δηλαδή «εμβατηριακά» και με έντονες «αγωνιστικές» διαθέσεις χωρίς να λείπουν και οι λαϊκές «πινελιές». Σε γενικές γραμμές πρόκειται για έναν αρκετά καλό δίσκο που αξίζει ν’ ανακαλύψετε.

Γιάννης Μαρκόπουλος

stou_xronou_ton_kathrefti_logo_1974_markopoulos_300

«Θητεία»: Πιστεύω ότι πρόκειται για έναν από τους καλύτερους δίσκους στην ιστορία της ελληνικής μουσικής, ο οποίος δημιουργήθηκε σε μιαν εποχή που η κατάσταση ήταν εξαιρετικά τεταμένη στη χώρα μας. Αρκεί ν’ αναφέρω ότι οι ηχογραφήσεις ξεκίνησαν το Νοέμβριο του 1973, λίγες ημέρες πριν τα γεγονότα του Πολυτεχνείου. Λογικό ήταν λοιπόν να καθυστερήσει η εμφάνιση του έργου στα δισκοπωλεία, καθώς κυκλοφόρησε το Μάρτιο του 1974.

Ο Γιάννης Μαρκόπουλος σ’ αυτό το δίσκο μας παρουσιάζει για πρώτη φορά δύο πολύ σημαντικούς τραγουδιστές, τον Κρητικό λυράρη Χαράλαμπο Γαργανουράκη και την Τάνια Τσανακλίδου που κάνουν το ντεμπούτο τους στο χώρο της δισκογραφίας. Μαζί τους και ο εξαιρετικός Λάκης Χαλκιάς, ο οποίος είχε συμμετάσχει στην αμέσως προηγούμενη δουλειά του συνθέτη, τον «Στράτη θαλασσινό».

Το εισαγωγικό κομμάτι του δίσκου έμελλε να μείνει ως ένα από τα πιο μεγάλα τραγούδια στη μουσική ιστορία της πατρίδας μας: «Τα λόγια και τα χρόνια» ερμηνευμένα μοναδικά από τον Γαργανουράκη σημάδεψαν μια ολόκληρη εποχή κι έφτασαν μέχρι τις μέρες μας, ασχέτως αν πλέον είναι πολύ δύσκολο (αν όχι αδύνατο) για τα νέα παιδιά να κατανοήσουν τη σημασία των όσων έγραψε ο σπουδαίος Μάνος Ελευθερίου. Το κλάμα μωρού που ακούγεται στην αρχή είναι της ανιψιάς του συνθέτη.

Το εν λόγω τραγούδι ηχογραφήθηκε τότε με λογοκριμένες κάποιες λέξεις ή φράσεις του και με την «κανονική» του μορφή πέρασε για πρώτη φορά στη δισκογραφία το 1980 με τη σπουδαία φωνή της Βασιλικής Λαβίνα μέσα από το διπλό άλμπουμ «Γιάννης Μαρκόπουλος: 30 χρυσές επιτυχίες».

Το άλλο μεγάλο τραγούδι του δίσκου είναι τα «Μαλαματένια λόγια», πάνω σε μια μελωδία που είχε εμπνευστεί ο συνθέτης όταν ήταν πολύ μικρός ηλικιακά και θέμα της οποίας υπάρχει στην εισαγωγή από «Τα λόγια και τα χρόνια» παιγμένο από όμποε. Το ερμηνεύουν και οι τρεις τραγουδιστές και φυσικά έχει περάσει και αυτό στο πάνθεον των αθάνατων μουσικών δημιουργημάτων.

Από εκεί και πέρα, εξαιρετικές στιγμές της «Θητείας» είναι «Το καριοφίλι μάνα μου», «Στη βρύση και στον ποταμό» και ο «Πρόλογος για τον Αθανάσιο Διάκο» με τις εκπληκτικές διφωνίες του Χαλκιά με τον Γαργανουράκη, οι οποίοι ήταν δύο από τους βασικούς συνεργάτες του Μαρκόπουλου στη δεκαετία του ’70. Ο επιθανάτιος ρόγχος που ακούγεται στη «Δόξα των ανθρώπων» είναι του Νίκου Καρανικόλα, του αείμνηστου λαϊκού συνθέτη και σολίστα του μπουζουκιού.

«Μετανάστες»: Από τους πρώτους δίσκους που κυκλοφόρησαν μετά τη μεταπολίτευση και συγκεκριμένα τον Σεπτέμβριο του 1974, αλλά κι εκείνος με τις μεγαλύτερες πωλήσεις της συγκεκριμένης εποχής για τον συνθέτη (πάνω από 50.000 αντίτυπα που ήταν το «χρυσό» όριο). Ο Γιάννης Μαρκόπουλος αυτή τη φορά δημιουργεί μελωδίες που προσεγγίζουν περισσότερο το λαϊκό τραγούδι, σε αντίθεση με τα προηγούμενα έργα του που στηρίζονταν σε κατά βάση παραδοσιακά μοτίβα, με τη λύρα, το σαντούρι και το βιολί να κυριαρχούν στην ορχήστρα, «ντύνοντας» με ιδανικό τρόπο τους στίχους του Γιώργου Σκούρτη.

Για ερμηνευτές, επιλέγει τη μοναδική Βίκυ Μοσχολιού με την οποία είχε συνεργαστεί και παλαιότερα («Πέρα από τη θάλασσα», «Η θαλασσινή» κ.α.) και τον σπουδαίο τραγουδιστή Λάκη Χαλκιά, βασικό μέλος του «συγκροτήματός» του εκείνη την περίοδο αλλά και αργότερα.

Το αποτέλεσμα είναι κάτι παραπάνω από εξαιρετικό, αφού και οι δύο δίνουν ρεσιτάλ ερμηνείας και στα δέκα τραγούδια του δίσκου τα περισσότερα εκ των οποίων ακούστηκαν και αγαπήθηκαν πολύ. Κυρίως όμως το συγκλονιστικό «Μιλώ για τα παιδιά μου» με μια Μοσχολιού να συγκινεί ακόμη και τις πέτρες και το αριστούργημα «Ο Ρόκο και οι άλλοι» με έναν Χαλκιά να ξεπερνά ακόμη και τον ίδιο του τον εαυτό…

Δεν ξεχνώ βεβαίως τους «Οκτώ χωριάτες», την πασίγνωστη «Φάμπρικα», το μοναδικό ντουέτο «Είπες Απρίλη πως θα ‘ρθεις» και βεβαίως πάνω απ’ όλα το αγαπημένο μου «Η Αντάρα, το Λενάκι κι η Ρηνιώ», το οποίο λατρεύω και συγκινούμαι κάθε φορά που τα ακούω. Γενικότερα, πρόκειται για έναν από τους καλύτερους δίσκους του Μαρκόπουλου ο οποίος επιβάλλεται να βρίσκεται σε κάθε «αξιοπρεπή» δισκοθήκη.

Φυσικά, δε θα μπορούσαμε να παραλείψουμε μιαν αναφορά και το «Θεσσαλικό κύκλο» που έγραψε ο συνθέτης πάνω σε στίχους του Κώστα Βίρβου, με περιστατικά και εικόνες που ο ίδιος ο λαϊκός ποιητής έζησε στα νεανικά χρόνια του στην περιοχή. Ένα εξαιρετικό και «πολύχρωμο» διπλό άλμπουμ με ερμηνευτές τη Βίκυ Μοσχολιού, τον Λάκη Χαλκιά, τον Παύλο Σιδηρόπουλο, τη Λιζέτα Νικολάου και τον Χαράλαμπο Γαργανουράκη.

Σταύρος Ξαρχάκος

stou_xronou_ton_kathrefti_logo_1974_ksarxakos_300

«Το μεγάλο μας τσίρκο»: Εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με μια απλή θεατρική παράσταση, αλλά στην ουσία με μια πολιτική πράξη. «Εδώ ψηφίζουνε;» ήταν η συνηθισμένη ερώτηση του κόσμου μπροστά στο ταμείο όταν πήγαινε να ζητήσει εισιτήριο, όπως αναφέρει στο εσώφυλλο του άλμπουμ ο συγγραφέας του έργου Ιάκωβος Καμπανέλλης κι αυτό νομίζω ότι τα λέει όλα…

«Το μεγάλο μας τσίρκο» ανέβηκε στις 22 Ιουνίου του 1973 στο θέατρο «Αθήναιον», σε μια εποχή που το δικτατορικό καθεστώς έπνεε τα λοίσθια και όπως συνήθως συμβαίνει σε τέτοιες περιπτώσεις, έδειχνε το πιο σκληρό του πρόσωπο. Ήδη οι φοιτητές είχαν οχυρωθεί από τις αρχές του χρόνου στο Πολυτεχνείο και η αντίστροφη μέτρηση για την πτώση της χούντας είχε ξεκινήσει.

Μέσα σ’ ένα τέτοιο κλίμα λοιπόν, η Τζένη Καρέζη και ο Κώστας Καζάκος (που ήταν και ο σκηνοθέτης) αποφάσισαν ν’ ανεβάσουν ένα έργο που θα διηγιόταν την ιστορία και τις ταλαιπωρίες του ελληνικού κράτους από τον ερχομό του Όθωνα το 1833 μέχρι την Κατοχή. Είπαν την ιδέα τους στον Καμπανέλλη, εκείνος άρχισε να γράφει κι αυτό που επακολούθησε, ίσως να μην έχει προηγούμενο στα θεατρικά χρονικά της χώρας μας. Έξω από το «Αθήναιον» σχηματίζονταν κάθε βράδυ ατέλειωτες ουρές από τον κόσμο που διψούσε να εκφραστεί ελεύθερα μετά από έξι χρόνια «στο γύψο»…

Η επιτυχία ήταν τεράστια, με αποτέλεσμα το έργο να μεταφερθεί τον επόμενο χειμώνα στο «Ακροπόλ» και το καλοκαίρι του 1974 να συνεχιστεί στο «Αθήναιον». Φυσικά οι αντιδράσεις από το καθεστώς δεν έλειψαν, καθώς Καρέζη και Καζάκος πέρασαν ένα μήνα στα κρατητήρια της Ασφάλειας με αποτέλεσμα να διακοπούν οι παραστάσεις από τα μέσα Οκτωβρίου ως τα μέσα Νοεμβρίου του 1973 και να ξαναρχίσουν μετά τα γεγονότα του Πολυτεχνείου.

Η μουσική επένδυση ανατέθηκε στον Σταύρο Ξαρχάκο, ο οποίος είχε την έμπνευση να ζητήσει από τον αξέχαστο Νίκο Ξυλούρη να παίξει το ρόλο του τραγουδιστή – τελάλη. Εκείνος στην αρχή δεν ήθελε, αλλά με τα πολλά πείστηκε και σφράγισε με τις συγκλονιστικές ερμηνείες του την παράσταση που στις αρχές του 1974 κυκλοφόρησε σε διπλό άλμπουμ.

Δυστυχώς, σ’ αυτόν δεν περιλαμβάνεται ολόκληρο το έργο αφού οι χρόνοι των δίσκων βινυλίου ήταν συγκεκριμένοι και περιορισμένοι. Ωστόσο, τα αποσπάσματα που ακούγονται φτάνουν και περισσεύουν για να δώσουν στον ακροατή το κλίμα μέσα στο οποίο έπαιζαν οι ηθοποιοί. Μπορεί η ηχογράφηση των κομματιών πρόζας που έγινε κατά τη διάρκεια της παράστασης να μην είναι η καλύτερη δυνατή, παρουσιάζει όμως ανάγλυφα τα μηνύματα που επεδίωκαν να περάσουν μέσα από αυτά.

Τα τραγούδια για το δίσκο ηχογραφήθηκαν τον Νοέμβριο του 1973 στο στούντιο Polysound (ηχολήπτης ο Γιάννης Σμυρναίος) που βρισκόταν στην οδό Πατησίων, λίγα μέτρα από το Πολυτεχνείο. Τραγουδιστής, συνθέτης και μουσικοί δέχονταν σχεδόν καθημερινά εκεί τις «επισκέψεις» των οργάνων της χούντας…

Δεν έχω να πω κάτι παραπάνω, πέρα του ότι πρόκειται για ένα άλμπουμ ντοκουμέντο που θα πρέπει να υπάρχει σε κάθε δισκοθήκη. Επίσης, η έκδοση συνοδεύεται από ένα δισκάκι 45 στροφών στη μια πλευρά του οποίου υπάρχει το συγκλονιστικό «Προσκύνημα» («Μαρία απ’ τη Σπάρτη, Ορέστη απ’ το Βόλο» για τους μη γνωρίζοντες) ερμηνευμένο από τον Νίκο Δημητράτο και το θίασο και στην άλλη το εξίσου μοναδικό «Ο άσωτος» με την Τζένη Καρέζη και το θίασο.

«Νυν και αεί»: Η πτώση της δικτατορίας μετρά μόλις λίγους μήνες την εποχή που εκδίδεται η πρώτη δισκογραφική δουλειά του Σταύρου Ξαρχάκου μετά τη μεταπολίτευση (Δεκέμβριος 1974). Πάνω σε στίχους του Νίκου Γκάτσου (με τον οποίο τον συνδέει ένα λαμπρό μουσικό παρελθόν) γράφει δέκα τραγούδια, έξι εκ των οποίων ερμηνεύει η Βίκυ Μοσχολιού και τέσσερα ο Νίκος Δημητράτος.

Πρόκειται πραγματικά για δέκα «διαμάντια», ερμηνευμένα μοναδικά από δύο σπουδαίους τραγουδιστές. Η Βίκυ Μοσχολιού θυμίζει ηρωίδα αρχαίας τραγωδίας όταν τραγουδά τα «Νυν και αεί», «Στον κάτω δρόμο» και «Μεγάλη Παρασκευή», ενώ ο Νίκος Δημητράτος ξεχωρίζει για τις στιβαρές ερμηνείες του στα «Δόκανα», «Ο μαύρος ήλιος» και «Ήρθε ο καιρός».

Γενικά, πρόκειται για μια εξαιρετική δουλειά που ναι μεν μιλά κατά βάση για τα βάσανα και τις κακουχίες του ελληνικού λαού, αλλά συνάμα τονίζει και την αισιοδοξία για το μέλλον, επισημαίνοντας ότι η φυλή μας είναι αθάνατη και θα προχωρά μπροστά όσα κι αν πάθει…

Μάνος Λοΐζος

stou_xronou_ton_kathrefti_logo_1974_loizos_300

«Καλημέρα ήλιε»: Ο πρώτος μεγάλος δίσκος του Μάνου Λοΐζου χωρίς τη στιχουργική συνδρομή του Λευτέρη Παπαδόπουλου, έπειτα από τρεις δουλειές των δυο τους που γνώρισαν τεράστια επιτυχία («Ο σταθμός», «Θαλασσογραφίες», «Να ‘χαμε τι να ‘χαμε»). Σε μια εποχή που το δικτατορικό καθεστώς πνέει τα λοίσθια και το φοιτητικό κίνημα βρίσκεται στο αποκορύφωμά του, ο συνθέτης κάνει στροφή στο μουσικό του ύφος και συνεργάζεται με τον κορυφαίο ποιητή Δημήτρη Χριστοδούλου για ένα δίσκο με σαφή πολιτικά μηνύματα.

Πέρα από αυτό, εμπιστεύεται τα τραγούδια του σε τρία νέα πρόσωπα, δύο εκ των οποίων κάνουν την πρώτη τους δισκογραφική εμφάνιση: Πρόκειται για τον Κώστα Σμοκοβίτη και την Αλέκα Αλιμπέρτη, που ουσιαστικά ήταν τραγουδίστρια «μιας χρήσης». Και τούτο γιατί ο Λοΐζος έψαχνε μια φωνή που να θυμίζει τη Μαρία Φαραντούρη, η οποία από το 1967 βρισκόταν στο εξωτερικό με τον Μίκη Θεοδωράκη. Άρχισε λοιπόν να ακούει διάφορες κοπέλες, μέχρι που σταμάτησε στην Αλιμπέρτη που ωστόσο ήταν εντελώς άπειρη και χρειάστηκε να γίνουν πολλές πρόβες για να μπορέσει να μάθει καλά τα τραγούδια.

Όσο για τη Χάρις Αλεξίου, είχε ήδη γίνει γνωστή από τη συνεργασία της με τον Απόστολο Καλδάρα στη «Μικρά Ασία» και τον «Βυζαντινό εσπερινό». Όμως, γνωρίζοντας ο συνθέτης ότι είναι λαϊκή τραγουδίστρια, είχε αμφιβολίες σχετικά με το αν θα μπορούσε να ερμηνεύσει σωστά τα κομμάτια του «Καλημέρα ήλιε» μια και δεν είχαν αυτό το ύφος – τουλάχιστον τα περισσότερα. Φυσικά, το αποτέλεσμα τον διέψευσε και δεν επιβεβαίωσε τις ανησυχίες του, οπότε μπήκαν τα θεμέλια για μια πολύ δυνατή φιλία που επισφραγίστηκε το 1979 με τα περίφημα «Τραγούδια της Χαρούλας»…

Οι ηχογραφήσεις του δίσκου έγιναν στα τέλη του 1973, μια εποχή ιδιαίτερα ταραγμένη με αποκορύφωμα τα γεγονότα του Πολυτεχνείου και την ουσιαστική κατάρρευση του καθεστώτος της 21ης Απριλίου. Με όλα αυτά, το άλμπουμ κυκλοφόρησε γύρω στο Πάσχα του 1974 κι αν και τότε δε γνώρισε ιδιαίτερη εμπορική επιτυχία, στα χρόνια που ακολούθησαν ορισμένα από τα τραγούδια του βγήκαν στην επιφάνεια και συχνά-πυκνά ακούγονται ως τις ημέρες μας – όσο βεβαίως επιτρέπει το σκουπιδαριό που κατέκλυσε τα ραδιόφωνα.

Πρώτο και καλύτερο το ομότιτλο, το οποίο έγινε και ύμνος πολιτικού κόμματος χωρίς φυσικά ο Λοΐζος να επιδιώξει ποτέ κάτι τέτοιο. Άλλωστε όταν το έγραψε, ο συγκεκριμένος πολιτικός φορέας δεν είχε καν δημιουργηθεί και ο ιδρυτής του βρισκόταν στο εξωτερικό. Επιπλέον, το μουσικό θέμα του χρησιμοποιήθηκε σε κινηματογραφική ταινία με διαφορετικούς στίχους κι ερμηνευμένο από τη Χάρις Αλεξίου πριν κυκλοφορήσει σε δίσκο.

Ακολούθησαν σε απήχηση και δημοτικότητα το πασίγνωστο «Μια καλημέρα» και τα λογοκριμένα «Ποιος το ξέρει» και «Δώδεκα παιδιά» που αρχικά είχαν άλλους στίχους, όμως για ευνόητους λόγους έγιναν κάποιες «διορθώσεις».

Πολύ καλές στιγμές του δίσκου – χωρίς να υστερούν οι υπόλοιπες – είναι και τα «Θα έρθει μόνο μια στιγμή», «Όταν σε είδα να ξυπνάς» και «Με φάρο το φεγγάρι», καθώς και η δεύτερη ερμηνευτική απόπειρα του Λοΐζου μετά τον υπέροχο «Σεβάχ», τραγουδώντας το «Κανένας δε μου μίλησε» με τη χαρακτηριστική φωνή του.

«Τραγούδια του δρόμου»: Πρόκειται για την πρώτη ολοκληρωμένη δισκογραφική δουλειά του Λοΐζου μετά τη μεταπολίτευση, η οποία περιλαμβάνει τραγούδια που στην πλειονότητά τους είχαν γραφτεί στα χρόνια της δικτατορίας αλλά δεν είχαν κυκλοφορήσει για ευνόητους λόγους. Ουσιαστικά δεν πρόκειται για καινούργια κομμάτια, ωστόσο τα δέκα από αυτά βγήκαν για πρώτη φορά σε δίσκο κι έκαναν ιδιαίτερη αίσθηση σε μια εποχή γεμάτη ενθουσιασμό από την απαλλαγή του καθεστώτος της 21ης Απριλίου.

Χωρίς τη μέγγενη της λογοκρισίας λοιπόν, ο συνθέτης ηχογραφεί αυτές τις δημιουργίες του τον Νοέμβριο του 1974 επιλέγοντας να ερμηνεύσει ο ίδιος τις περισσότερες. Το αρχικό σχέδιο προέβλεπε κάποια από τα κομμάτια να πει ο Μανώλης Ρασούλης, ο οποίος ωστόσο το βράδυ που επρόκειτο να γίνει η ηχογράφηση πήγε στο στούντιο με «γδαρμένη» τη φωνή του επειδή συμμετείχε σε μία από τις συνηθισμένες διαδηλώσεις της εποχής.

Ουδέν κακόν αμιγές καλού βεβαίως, καθώς πιστεύω ότι οι ερμηνείες του Λοΐζου είναι μοναδικές, αξεπέραστες, τρυφερές κι ευαίσθητες. Ας μη ξεχνάμε ότι με τη δική του φωνή πέρασαν στην ιστορία ο «Δρόμος» (δεύτερη και πιο ρυθμική εκτέλεση μετά από εκείνη της Σούλας Μπιρμπίλη το 1965), ο «Τσε», ο «Μέρμηγκας», το «Μη με ρωτάς» και φυσικά το αγαπημένο μου «Ακορντεόν» που συγκινούμαι κάθε φορά που το ακούω.

Πέραν του Λοΐζου, στο δίσκο συμμετέχουν η Αλέκα Αλιμπέρτη που πήρε μέρος και στο «Καλημέρα ήλιε» και σε πρώτη δισκογραφική εμφάνιση (παράλληλα με την κυκλοφορία του «Προδομένου λαού» του Μίκη Θεοδωράκη) ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου. Ο ίδιος έχει αναφέρει πολλές φορές ότι μόλις ο Μίκης τον πήγε στην εταιρεία, ο πρώτος που ζήτησε να γνωρίσει ήταν ο αξέχαστος Μάνος.

Έτσι κι έγινε. Ο συνθέτης τον άκουσε, του άρεσε και του έδωσε δύο τραγούδια που αποτέλεσαν ένα δυνατό ξεκίνημα για μια πλούσια και γεμάτη επιτυχίες καριέρα: Τον «Στρατιώτη» και τον «Τρίτο παγκόσμιο» (πιο γνωστό ως «Ο Πέτρος, ο Γιόχαν κι ο Φραντς»)…

Παράλληλα, ο Λοΐζος επιλέγει να ηχογραφήσει ο ίδιος και το πρώτο τραγούδι του που κυκλοφόρησε σε δίσκο, το «Τραγούδι του δρόμου» σε ποίηση Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα και απόδοση στα ελληνικά του Νίκου Γκάτσου. Το είχε πρωτοπεί το 1962 ο Γιώργος Μούτσιος, αλλά με στυλ βαρύτονου και λογοκριμένους στίχους.

Επίσης, υπάρχει σε δεύτερη εκτέλεση και το «Δώδεκα παιδιά» που είχε ερμηνεύσει ο Κώστας Σμοκοβίτης λίγο καιρό νωρίτερα στο άλμπουμ «Καλημέρα ήλιε». Το playback είναι το ίδιο, αλλά εδώ παρουσιάζεται με τους κανονικούς στίχους που είχε γράψει ο Δημήτρης Χριστοδούλου και στην πρώτη εκτέλεση είχαν λογοκριθεί.

Οι «Μαρτυρίες» του Δήμου Μούτση

stou_xronou_ton_kathrefti_logo_1974_moutsis_300

Οι πρώτοι μήνες της μεταπολίτευσης βρίσκουν όλη την Ελλάδα να τρέχει στα γήπεδα και στα θέατρα για να ακούσει «τα τραγούδια της λευτεριάς» έπειτα από επτά χρόνια στο σκοτάδι. Επομένως, οι περισσότεροι συνθέτες ασχολούνται με τραγούδια που περιέχουν πολιτικά μηνύματα και η παραγωγή δίσκων τέτοιου είδους είναι πρωτοφανής για τόσο μικρό χρονικό διάστημα. Αυτός εξάλλου ήταν και ο λόγος που πολύ γρήγορα ο λαός κουράστηκε από τα «εμβατήρια» και θέλησε να ξεδώσει με άλλο ήχο…

Ούτε ο Δήμος Μούτσης λοιπόν κατάφερε να ξεφύγει από το «κύμα» του πολιτικού τραγουδιού και τον Δεκέμβριο του 1974 ηχογράφησε τις «Μαρτυρίες», επιστρέφοντας στην τότε Columbia έπειτα από τρία χρόνια παραμονής στην τότε PHILIPS με δύο χρυσούς («Συνοικισμός Α» και «Στροφές») κι ένα πλατινένιο («Άγιος Φεβρουάριος») δίσκο.

Οι «Μαρτυρίες» ένα άλμπουμ με κομμάτια που είχαν γραφτεί κατά τη διάρκεια της δικτατορίας και για ευνόητους λόγους δεν κυκλοφόρησαν τότε, αφού οι στίχοι τους μιλούσαν καθαρά για το «στραγγάλισμα» των ελευθεριών στη χώρα μας, έστω και με «υπόγεια» νοήματα. Πρόκειται για λαϊκές μπαλάντες, γραμμένες στο γνωστό στυλ του συνθέτη με ερμηνευτές τον Μανώλη Μητσιά, τη Βασιλική Λαβίνα και τον αείμνηστο Χρήστο Λεττονό.

Ωστόσο, παρόλο που τα τραγούδια είναι αρκετά καλά, ο δίσκος δεν «πήγε» καθόλου εμπορικά. Χάθηκε μέσα στην υπερβολική πληθώρα μουσικών εκδόσεων με ανάλογο χαρακτήρα, πληρώνοντας έτσι το τίμημα του κορεσμού του κόσμου από το πολιτικό τραγούδι.

Άλλωστε, ο κόσμος είχε συνηθίσει αλλιώς τον Μούτση κι εξάλλου, δε θα πρέπει να ξεχνάμε ότι είχε επιστρέψει στην Ελλάδα μεταξύ άλλων και ο Μίκης Θεοδωράκης, οι δίσκοι του οποίου – παλιοί και νέοι – κυκλοφόρησαν ξανά έπειτα από επτά χρόνια και το κοινό έτρεξε να τους αγοράσει. Μάλιστα, η εταιρεία ακριβώς αυτό είχε επισημάνει στον συνθέτη και του πρότεινε να μη κυκλοφορήσουν οι «Μαρτυρίες» εκείνη την περίοδο, όμως αυτός επέμενε…

Πάντως, στο άλμπουμ υπάρχει ένα τραγούδι που διέγραψε μια πορεία κι έγινε γνωστό. Πρόκειται για το «Τούτο το βράδυ» ερμηνευμένο μοναδικά από τη Βασιλική Λαβίνα, το οποίο είπε σε δεύτερη εκτέλεση (όπως και το «Δεν έχει πια ζωή») η Άλκηστις Πρωτοψάλτη το 1977 στον πρώτο προσωπικό δίσκο της με τίτλο «Απλά τραγούδια».

————

*** Απαγορεύεται αυστηρά η αναδημοσίευση υλικού, χωρίς την άδεια του Music Corner…

LEAVE A REPLY

Please enter your comment!
Please enter your name here