“Στου χρόνου τον καθρέφτη” – 1982 (Δεύτερο μέρος)

stou_xronou_ton_kathrefti_logo_500

Γράφει ο Τάσος Κριτσιώλης

Η δεκαετία του ’60 θεωρείται από πολλούς ως εκείνη που άλλαξε τα πάντα στη μουσική της πατρίδας μας. Ο Μίκης Θεοδωράκης, ο Μάνος Χατζιδάκις κι εν συνεχεία ο Σταύρος Ξαρχάκος και οι «επίγονοί» τους, άνοιξαν νέους δρόμους στο τραγούδι με τις δημιουργίες τους. Παράλληλα όμως, αυτές ευτύχησαν να ερμηνευθούν από μια γενιά σπουδαίων τραγουδιστών που είτε ξεκίνησε τότε, είτε προϋπήρχε αλλά άκμασε στη συγκεκριμένη περίοδο.
Με αφετηρία λοιπόν το 1960, θα σταθούμε «στου χρόνου τον καθρέφτη» και θα γυρίσουμε το ρολόι στο «τότε». Ανά 15 ημέρες, η στήλη θα παρουσιάζει τα σημαντικότερα μουσικά γεγονότα στην Ελλάδα χρόνο με το χρόνο και παράλληλα, συχνά θα κάνει μια «βόλτα» στα νυχτερινά κέντρα της εποχής, παρουσιάζοντας τα «σχήματα» που έγραψαν ιστορία…

———————————————————–

stou_xronou_ton_kathrefti_1982

1982 (Β` μέρος): Παλιά λαϊκά, «Νταλίκες» και… «Σ’ αγαπάω μ’ ακούς»

Το 1982 ήταν η χρονιά της «πανηγυρικής» επιστροφής του λαϊκού τραγουδιού στο προσκήνιο, τόσο του παλιού, όσο και του καινούργιου. Κύριοι φορείς της πρώτης «κατηγορίας» ήταν οι διάφορες κομπανίες που σχηματίζονταν η μία μετά την άλλη κι επανέφεραν στα χείλη του κόσμου λαϊκές στιγμές που κινδύνευαν να ξεχαστούν, ενώ οι νεότεροι δημιουργοί βάδισαν στα χνάρια των «προγόνων» τους και έγραψαν τραγούδια που έμειναν στην ιστορία -κυρίως ο Χρήστος Νικολόπουλος…

Όχι βεβαίως ότι οι παλαιότεροι λαϊκοί συνθέτες έμειναν «παροπλισμένοι». Αυτή τη χρονιά, ο Άκης Πάνου έπειτα από τέσσερα χρόνια και τον «Σεισμό» θα ξαναμπεί στο στούντιο για μια ολοκληρωμένη δουλειά, η οποία θα έχει τη φωνή του Γιώργου Νταλάρα και τίτλο «Θέλω να τα πω». Εν τούτοις, πολύ σύντομα θα ξεκινήσει μια άγρια κόντρα μεταξύ τους, με ανταλλαγή επιστολών στον έντυπο Τύπο της εποχής και περιεχόμενο με πολύ σκληρές εκφράσεις…

dalaras

Κατά τα άλλα, στο ίδιο κλίμα θα κινηθεί με μεγάλη επιτυχία και η Χάρις Αλεξίου, ο Γιάννης Μαρκόπουλος θα βαδίσει κι αυτός προς τα κει αλλά με το δικό του τρόπο, όμως το μεγάλο «μπαμ» του 1982 θα κάνει ο πρωτοεμφανιζόμενος Γιώργος Σαλαμπάσης, ο οποίος μέσα από το πρώτο προσωπικό άλμπουμ του με τίτλο «Παράπονο» θα παρουσιάσει το μεγαλύτερο «σουξέ» της καριέρας του: «Σ’ αγαπάω μ’ ακούς»…

Ας δούμε λοιπόν το «λαϊκό» 1982 μέσα από τις σχετικές κυκλοφορίες που είχαν αξιοσημείωτη εμπορική και καλλιτεχνική επιτυχία. 

«Θέλω να τα πω» 

Πρόκειται για την τελευταία δισκογραφική δουλειά του Άκη Πάνου με καινούργιο υλικό, η οποία κυκλοφόρησε το Μάρτιο του 1982 με αποκλειστικό ερμηνευτή τον Γιώργο Νταλάρα και ξεπέρασε τα «χρυσά» όρια των 50.000 αντιτύπων. Βγήκε καταμεσής της αναβίωσης του λαϊκού και ρεμπέτικου τραγουδιού που οφείλεται κατά ένα μεγάλο ποσοστό στις διάφορες κομπανίες που δημιουργούνταν τη συγκεκριμένη περίοδο (Αθηναϊκή, Ρεμπέτικη, Οπισθοδρομική κ.α.) κι έκανε μεγάλη αίσθηση.

Σύμφωνα με φήμες που κυκλοφορούσαν εκείνη την εποχή, τα περισσότερα τραγούδια του δίσκου (και ειδικά το ομότιτλο) προορίζονταν για τη φωνή του Στέλιου Καζαντζίδη, καθώς ακουγόταν ότι θα επέστρεφε στη δισκογραφία έπειτα από έξι και πλέον χρόνια σιωπής. Κάτι τέτοιο όμως δεν έγινε κι έτσι δόθηκαν στον Νταλάρα, ο οποίος αποδεικνύει για πολλοστή φορά πόσο σπουδαίος λαϊκός τραγουδιστής είναι. Ειδικά στο ομότιτλο, υπερβαίνει τα όριά του με την «κορύφωση» στο τέλος του.

Το ύφος των κομματιών δεν ξεφεύγει από το συνηθισμένο του συνθέτη και στιχουργού. Λόγια «σκληρά» και πολλές φορές δηκτικά, με βασικό τους θέμα τον κοινωνικό προβληματισμό και το νόημα της ζωής. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι το «Θέλω να τα πω» αποτελεί μια συνέχεια του «Παρών» που είχε κυκλοφορήσει ο Πάνου το 1977 με τον Μανώλη Μητσιά.

Το ομότιτλο – και εξαιρετικά υψηλών απαιτήσεων – τραγούδι στην αρχική του μορφή ήταν ζεϊμπέκικο, αλλά κατόπιν προτροπής του Νταλάρα ο συνθέτης δέχτηκε να ηχογραφηθεί μόνον η πρώτη στροφή ως μια «εισαγωγή» στο δίσκο κι εν συνεχεία να «κολλήσει» δίπλα του το «Τούτος ο τάφος». Ολόκληρο το «Θέλω να τα πω» όπως το είχε γράψει ο Πάνου ερμήνευσε για πρώτη φορά στη δισκογραφία ο Λεωνίδας Βελής το 1983, μέσα από την «παρθενική» του δουλειά «Πρώτη γνωριμία» με περιεχόμενο παλαιότερα τραγούδια του συνθέτη σε δεύτερη εκτέλεση.

Γενικότερα, το «Θέλω να τα πω» είναι ένας πολύ καλός λαϊκός δίσκος, ο οποίος έβγαλε αρκετά γνωστά κομμάτια. Πέρα από το ομότιτλο και το «Τούτος ο τάφος», πασίγνωστο είναι και το «Χαροκόπου 1942-1953» («Εφτά νομά σ’ ένα δωμά») το οποίο ακόμη και σήμερα πρωταγωνιστεί σε πολλά νυχτερινά κέντρα και ιδίως σε «ρεμπετάδικα». Επίσης, ακούστηκαν και τα «Άνοιξε Πέτρο», «Φέρε», «Ο δρόμος είναι δρόμος» και «Δεν είναι ο κόσμος φίλος μου», ενώ καλές στιγμές είναι και τα «Όμορφο χαβά», «Ο εαυτός μου» και το «μισόλογο» «Αδιόρθω-αναρχί»…

«Παίξε Χρήστο επειγόντως»

Το λαϊκό τραγούδι είχε πάρει για τα καλά τα «πάνω» του στις αρχές της δεκαετίας του ‘80 όταν ξεκίνησε η συνεργασία του Χρήστου Νικολόπουλου με τον αξέχαστο Μανώλη Ρασούλη, η οποία πρόσφερε ανεκτίμητα «διαμάντια» στην ελληνική μουσική.

 Έτσι λοιπόν, μετά την επιτυχημένη πρώτη δουλειά τους στα τέλη του 1981 με τον τίτλο «Οι κυβερνήσεις πέφτουνε μα η αγάπη μένει» (απ’ όπου και το ομώνυμο μεγάλο σουξέ με τον Γιώργο Νταλάρα), έρχεται το καλοκαίρι του 1982 το «Παίξε Χρήστο επειγόντως» με ακόμη πιο μεγάλη επιτυχία. Σημειωτέον ότι ο αρχικός τίτλος που είχε επιλεγεί για το άλμπουμ, ήταν «Η ζωή γυναίκα μοιάζει»…

Ο συνθέτης μετά τον «απογαλακτισμό» του από τον Στέλιο Καζαντζίδη εμπιστεύεται νέες – κι εκείνη την εποχή σχετικά άγνωστες – φωνές για τον συγκεκριμένο δίσκο και δικαιώνεται, αφού τα κομμάτια του ακούστηκαν πολύ και δύο από αυτά έχουν πάρει πλέον ξεχωριστή θέση στην ιστορία του ελληνικού τραγουδιού.

Ο λόγος για το ομότιτλο με τη μεγάλη φωνή της Ελένης Βιτάλη και το εξαιρετικό ζεϊμπέκικο «Με τα φώτα νυσταγμένα» (οι περίφημες «Νταλίκες») με τον Γιώργο Σαρρή (αδελφό της Χ. Αλεξίου), ο οποίος έκανε το «μπαμ» με το εν λόγω τραγούδι και καθιερώθηκε αμέσως, ασχέτως αν η -τουλάχιστον εμπορική- πορεία του στα επόμενα χρόνια δεν ήταν ανάλογη των δυνατοτήτων του. Η επιτυχία ήταν τόσο μεγάλη που ένα χρόνο αργότερα «βάφτισε» με τον ίδιο τίτλο («Οι νταλίκες») τον πρώτο προσωπικό δίσκο του…

Σημειωτέον ότι ο Σαρρής συμμετείχε την τελευταία στιγμή στο δίσκο, αφού μέχρι τότε ουσιαστικά δεν είχε ασχοληθεί επαγγελματικά με το τραγούδι (τα πιο πολλά χρόνια έκανε μπάρκα στα καράβια, ενώ αργότερα είχε ανοίξει κι ένα κατάστημα σε ελληνικό νησί)…

Εξάλλου, σ’ αυτή τη δουλειά κάνει μια από τις πρώτες του δισκογραφικές παρουσίες ο Πασχάλης Τερζής ο οποίος λίγο νωρίτερα είχε κυκλοφορήσει πάλι σε μουσική Νικολόπουλου τον πρώτο του δίσκο «Λέω», με μεγάλη επιτυχία κυρίως στη Θεσσαλονίκη, ενώ συμμετέχει ο Δημήτρης Κοντογιάννης που είχε ήδη κάνει όνομα από τη συμμετοχή του στην «Ρεμπέτικη κομπανία».

«Η ζωή μου κύκλους κάνει»

Ένας γνήσια λαϊκός δίσκος από μια γνήσια λαϊκή φωνή, ο οποίος κυκλοφόρησε τον Απρίλιο του 1982 και ξεπέρασε σε πωλήσεις τις 50.000 αντίτυπα. Η Χάρις Αλεξίου επιστρέφει σε αυθεντικά λαϊκά τραγούδια μετά από το άλμπουμ με τα δημοτικά και την άκρως επιτυχημένη δισκογραφική συνύπαρξή της με τη Δήμητρα Γαλάνη ένα χρόνο νωρίτερα, «παντρεύοντας» όλες τις εποχές του λαϊκού τραγουδιού.

Ξεκινάει από τα παραδοσιακά της Ανατολής («Φτάνει-φτάνει», «Καληνύχτα»), περνάει στον Απόστολο Χατζηχρήστο («Ο καϊξής»), συνεχίζει με τον Χρήστο Νικολόπουλο (ολόκληρη η δεύτερη πλευρά του δίσκου βινυλίου είναι δική του συνθετικά) και ολοκληρώνει με δύο εκπροσώπους της τότε νέας γενιάς της λαϊκής μουσικής, τον Νίκο Τάτση και τον Νίκο Ξυδάκη.

Μέσα από το άλμπουμ βγήκαν μεγάλες και διαχρονικές επιτυχίες, με επικεφαλής τα «Ζήλια μου» και «Αν πεθάνει μια αγάπη». Εξίσου γνωστά κι αγαπημένα είναι το ομότιτλο, «Ο καϊξής», και το «Οι μάγκες δεν υπάρχουν πια» σε δεύτερη εκτέλεση μετά από εκείνη του Ξυδάκη το 1981. Το «Καληνύχτα» είναι βασισμένο σε χριστιανική μελωδία του Λιβάνου με τον τίτλο “Wa habibi”, το οποίο ερμήνευσε η Αλεξίου πέντε χρόνια μετά (1987) μέσα από το δίσκο «Η Χάρις Αλεξίου σε απρόβλεπτα τραγούδια».

«Θυμήσου θείε Τάκη»

Δίσκος που κυκλοφόρησε το Μάρτιο του 1982, μόλις τέσσερις μήνες μετά το άλμπουμ-ντεμπούτο της Αθηναϊκής Κομπανίας με τίτλο «Αγαπητέ μου θείε Τάκη», το οποίο ξεπέρασε σε πωλήσεις τις 50.000 αντίτυπα κι έγινε «χρυσό». Η εταιρεία θέλησε να εκμεταλλευθεί την «επιστροφή» του λαϊκού τραγουδιού στη διασκέδαση των Ελλήνων και το συγκεκριμένο γκρουπ ήταν ο «στυλοβάτης» αυτής της πολιτικής, τουλάχιστον στο ξεκίνημά της.

Το «Θυμήσου θείε Τάκη» περιλαμβάνει παλιά λαϊκά και ρεμπέτικα τραγούδια που καλύπτουν μια περίοδο 30 ετών και συγκεκριμένα από τη δεκαετία του ’30 έως τη δεκαετία του ’60 (όπως αναγράφεται και στο εξώφυλλο). Τα μέλη της Κομπανίας έλεγαν τέτοιου είδους κομμάτια εκείνη την εποχή στην ταβέρνα «Λυχνάρι» στη Θέρμη της Θεσσαλονίκης όπου εμφανίζονταν με μεγάλη επιτυχία κι έτσι δεν είχαν κανένα πρόβλημα να τα κάνουν και δίσκο, αφού ήταν «ζυμωμένα» μ’ αυτά από πολύ νεαρή ηλικία.

Εκτός των άλλων, το συγκεκριμένο άλμπουμ είναι το πρώτο στο οποίο η Αθηναϊκή Κομπανία παρουσιάζεται με τη σύνθεση που θα γράψει τις πιο επιτυχημένες σελίδες στην ιστορία της. Έτσι, δίπλα στους Δημήτρη Χατζηδιάκο (μπουζούκι-τραγούδι), Χρήστο Κανελλόπουλο (μπαγλαμάς-τραγούδι), Γιώργο Νικολέρη (μπουζούκι), Νίκο Δούκα (κιθάρα) και Σοφία Εμφιετζή (τραγούδι), προστίθεται ως δεύτερη γυναικεία φωνή η Βούλα Καραχάλιου η οποία εμφανίστηκε για πρώτη φορά μαζί τους στο «Λυχνάρι» και προτάθηκε από τα ίδια τα μέλη του συγκροτήματος στον παραγωγό Ηλία Μπενέτο για τις δισκογραφικές τους δουλειές και φυσικά για τις επί πάλκου εμφανίσεις τους.

Η εμπορική επιτυχία του συγκεκριμένου δίσκου ήταν εξίσου μεγάλη με τον προηγούμενο, καθώς κι αυτός έγινε χρυσός με πωλήσεις άνω των 50.000 αντιτύπων. Μέσα από τα αυλάκια του, έγιναν γνωστά στη νέα γενιά πολλά ξεχασμένα τραγούδια όπως «Το κουρασμένο βήμα σου» του Μπάμπη Μπακάλη, το «Αργοσβήνεις μόνη» του Βασίλη Τσιτσάνη, το «Μικρός αρραβωνιάστηκα» του Μάρκου Βαμβακάρη και πολλά άλλα, τα οποία έκαναν μια δεύτερη σημαντική «καριέρα».

Οι ερμηνείες των μελών της Κομπανίας είναι εξαιρετικές και ο τρόπος με τον οποίο επιμελήθηκαν τις ενορχηστρώσεις κάνει τον ακροατή να ξεχνά τις πρώτες εκτελέσεις αυτών των τραγουδιών. Σε καμία περίπτωση δε μιμούνται το ύφος των ερμηνευτών που τα πρωτοείπαν (Καζαντζίδης, Γαβαλάς, Μπίνης, Γεωργακοπούλου, Νίνου κ.α.) και τα κάνουν να μοιάζουν σαν να είχαν γραφτεί το 1982 κι όχι το 1950 ή το 1960. Άλλωστε, δεν είναι τυχαίο ότι πολλοί νεώτεροι ακροατές έμαθαν τα εν λόγω τραγούδια από την Αθηναϊκή Κομπανία και θεωρούν εκείνη ως «πρώτη εκτέλεσή» τους…

“Τραγούδια της Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου”

Το 1982 συμπληρώθηκαν δέκα χρόνια από το θάνατο της Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου, μιας από τις σημαντικότερες αλλά και πιο αδικημένες στιχουργούς του 20ού αιώνα. Με αφορμή λοιπόν αυτό το γεγονός, τον Δεκέμβριο εκείνης της χρονιάς ο Σταύρος Ξαρχάκος επιμελήθηκε τη διασκευή κι ενορχήστρωση ορισμένων από τις μεγαλύτερες επιτυχίες που έγραψε εκείνη σε μουσική σπουδαίων λαϊκών δημιουργών. Η Βίκυ Μοσχολιού ήταν εκείνη που κλήθηκε να δώσει φωνή σ’ αυτές, προσθέτοντας στο ενεργητικό της νέες υπέροχες ερμηνείες…

Ο συνθέτης δεν αφαίρεσε το παραμικρό από τη λαϊκότητα των τραγουδιών, χρησιμοποιώντας ως βασικά όργανα τα μπουζούκια και βασίστηκε σε μια καθαρά λαϊκή ορχήστρα. Απλώς, έκανε ορισμένες δικές του «παρεμβάσεις» δίνοντας μια νέα διάσταση σ’ αυτά τα ήδη κλασικά κι αγαπημένα κομμάτια, αλλά και σε κάποια που δεν ήταν τόσο γνωστά  Έχω την αίσθηση ότι με βάση τη συγκεκριμένη ενορχήστρωση άρχισε να φτιάχνει σιγά-σιγά και τα αριστουργήματα για την κινηματογραφική ταινία «Ρεμπέτικο» που ακολούθησε λίγο καιρό μετά…

Η φθορά στη φωνή της Μοσχολιού είχε ήδη αρχίσει να φαίνεται, όμως διατηρούσε ακόμα τη φρεσκάδα και το «βιολοντσέλο» όπως είχε πει ο Φοίβος Ανωγειανάκης όταν την πρωτοάκουσε. Εδώ την ακούμε να ξαναλέει το «Τι έχει και κλαίει το παιδί» που είχε ηχογραφήσει στα μέσα της δεκαετίας του ’60, αλλά και να τραγουδά Μάνο Χατζιδάκι για πρώτη -και τελευταία- φορά στη δισκογραφία της, έστω και σε τρίτη εκτέλεση. Η ίδια λίγο πριν το τέλος της ζωής της, θεωρούσε ότι είχε αδικήσει το συγκεκριμένο δίσκο με το να μη περιλαμβάνει στις εμφανίσεις της κάποια από τούτα τα τραγούδια…

Παράλληλα, υπάρχει κι ένα ντοκουμέντο με τη φωνή της Παπαγιαννοπούλου από το φιλμ του Βασίλη Μάρου «Το μπουζούκι» το οποίο έκτοτε έχει προβληθεί αρκετές φορές από την τηλεόραση.

«Βενετιά και Φανάρι»

Κατά την προσωπική μου άποψη, πρόκειται για έναν από τους πιο αδικημένους δίσκους στην ιστορία της ελληνικής μουσικής, με πρωταγωνίστρια μια από τις σπουδαιότερες (κι επίσης αδικημένες) φωνές που έβγαλε αυτός ο τόπος. Ο λόγος για τη Λιζέτα Νικολάου και το άλμπουμ «Βενετιά και Φανάρι» που κυκλοφόρησε το Μάρτιο του 1982 και περιλαμβάνει δώδεκα τραγούδια απ’ όλο το κόσμο.

Ανδαλουσία, Σερβία, Γεωργία, Ρωσία και Νότια Αμερική συνυπάρχουν αρμονικά σ’ αυτό τον εξαιρετικό από κάθε άποψη δίσκο. Όμορφες μελωδίες από διαφορετικές χώρες και κουλτούρες, «παντρεύονται» άψογα με τις διασκευές και τις ενορχηστρώσεις του Νέστωρα Δάνα, τους στίχους του Δημήτρη Ιατρόπουλου και φυσικά τη φωνή της Λιζέτας Νικολάου που τις αποδίδει με θαυμαστό τρόπο.

Έτσι, ουσιαστικά κλείνει μια “τριλογία” με άλμπουμ ανάλογων αναζητήσεων που είχε ανοίξει το 1978 με τα “Λαϊκά τραγούδια απ’ όλο τον κόσμο” της Βίκυς Μοσχολιού και συνεχίστηκε το 1979 με τα “Τραγούδια χωρίς σύνορα” της Μίλλυς Καραλή.

Δυστυχώς, η κυκλοφορία της νέας δουλειάς της Νικολάου συνέπεσε με αντίστοιχες άλλων συναδέλφων της που πραγματικά «χάλασαν κόσμο» κι έγραψαν ιστορία: «Τα νησιώτικα» με τον Γιάννη Πάριο, «Θέλω να τα πω» του Άκη Πάνου με τον Γιώργο Νταλάρα, «Φοβάμαι» με τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου, «Η ζωή μου κύκλους κάνει» με τη Χάρις Αλεξίου, «Θυμήσου θείε Τάκη» με την Αθηναϊκή Κομπανία βγήκανε σχεδόν ταυτόχρονα με το «Βενετιά και Φανάρι» και όλοι μαζί ξεπέρασαν σε πωλήσεις το ένα εκατομμύριο αντιτύπων (μόνο «Τα νησιώτικα» φτάσανε τις 800.000). Έτσι, σχεδόν χάθηκε μέσα σ’ αυτό τον «ορυμαγδό», χωρίς όμως να χάνει ίχνος από την αξία του.

Ειλικρινά, δε μπορώ να ξεχωρίσω κάποιο τραγούδι από αυτό το άλμπουμ, καθώς όλα είναι μοναδικά και ξεχωριστά. Αν όμως θα έπρεπε να διαλέξω, θα επέλεγα το ομότιτλο και τα «Ντόνα-Ντόνα», «Έφυγε η αγάπη» και «Τις θάλασσες κι αν διαβείς», χωρίς να υστερούν τα υπόλοιπα.

Το «φαινόμενο» Σαλαμπάσης, το ξεκίνημα της Στανίση και άλλα… 

Όσον αφορά το «εμπορικό» λαϊκό τραγούδι, δύο είναι τα ονόματα που κυριάρχησαν το 1982: Γιώργος Σαλαμπάσης και Κατερίνα Στανίση. Συμπτωματικά, αμφότεροι τότε κυκλοφόρησαν τους πρώτους προσωπικούς δίσκους τους, οι οποίοι σημείωσαν μεγάλη επιτυχία κι εν μία νυκτί τους «εκτόξευσαν» στην κορυφή της δημοτικότητας…

Ξεκινάμε με τον Σαλαμπάση και το άλμπουμ του «Παράπονο», μέσα από το οποίο «ξεπηδά» η μεγαλύτερη -κι αξεπέραστη όπως απέδειξε η ιστορία- επιτυχία της καριέρας του: «Σ’ αγαπάω μ’ ακούς». Ένα τραγούδι που έγινε σλόγκαν, σύνθημα και ότι άλλο μπορείτε να φανταστείτε, με την παράλληλη εμπορική “εκτίναξη” του δίσκου σε πωλήσεις άνω των 50.000 αντιτύπων. Είναι γνωστό μέχρι και σήμερα και ο τραγουδιστής έχει ταυτιστεί σχεδόν απολύτως μαζί του.

Αυτή η επιτυχία ουσιαστικά αποτέλεσε και τροχοπέδη για την μετέπειτα πορεία του Σαλαμπάση, καθώς ότι κι αν έκανε μετά στη δισκογραφία δεν κατάφερε ποτέ να ξεπεράσει το «Σ’ αγαπάω μ’ ακούς». Οι πληροφορίες λένε ότι αρχικώς το τραγούδι είχε προταθεί στον Γιάννη Πάριο, ο οποίος το απέρριψε θεωρώντας το «λίγο». Αλήθεια, ψέματα, ουδείς -πλην του ίδιου- γνωρίζει…

Η Κατερίνα Στανίση στάθηκε πιο τυχερή. Ο πρώτος δίσκος της σε μουσική και στίχους Τάκη Μουσαφίρη με τίτλο «Μυστικέ μου έρωτα» έγινε ανάρπαστος και πούλησε περισσότερα από 50.000 «κομμάτια», με κύριο «όχημα» βεβαίως το ομότιτλο τραγούδι. Ωστόσο, από εκεί και πέρα έκανε μιαν αξιόλογη πορεία με ανάλογου είδους ρεπερτόριο και πρωταγωνιστεί μέχρι σήμερα στα μουσικά μας πράγματα…

Κατά τα άλλα, ο Στράτος Διονυσίου συνέχισε τη «φρενήρη» εμπορική πορεία του με το «χρυσό» σε πωλήσεις άλμπουμ του «Θυμήσου», όπου εκτός από το ομότιτλο ξεχώρισαν και τα «Δεν τελειώνει» και «Άκου βρε φίλε», το οποίο έμεινε διαχρονικό. Η Λίτσα Διαμάντη δεν είχε ανάλογα αποτελέσματα με το «Όταν αγαπάς», όπως και η Ρίτα Σακελλαρίου με το «Έχω κι εγώ τα δικά μου» του Τάκη Μουσαφίρη.

Να σημειώσουμε και τη «στροφή» του Γιάννη Μαρκόπουλου σε πιο λαϊκά μονοπάτια, πάντα όμως με τη δική του «σφραγίδα» και άποψη. Αυτή τη χρονιά, παρουσιάζει τα «Βαριά λαϊκά» με κύριους ερμηνευτές τη Βασιλική Λαβίνα και τον Ηλία Κλωναρίδη, αλλά και τη συμμετοχή δύο «κλασικών» τραγουδιστών του είδους, τη Γιώτα Λύδια και τον Μιχάλη Μενιδιάτη που τραγουδούν τα «Παλιά γενιά» και «Στα δικά σου τα σχολεία» αντιστοίχως…

Γιάννης Σπανός…εις διπλούν 

Έντονη είναι η παρουσία του Γιάννη Σπανού στο βινύλιο το 1982. Πέρα από την ενορχήστρωση και τη συμμετοχή του ως σολίστ του πιάνου στο άλμπουμ του Γιάννη Πουλόπουλου «Μια φορά θυμάμαι» που παρουσιάσαμε στο πρώτο μέρος του αφιερώματος στη χρονιά, ως συνθέτης υπέγραψε δύο δίσκους μ’ εντελώς διαφορετικό στυλ.

Αρχικώς, συνεργάστηκε για τελευταία φορά σε ολοκληρωμένη δουλειά με τον Λευτέρη Παπαδόπουλου και το αποτέλεσμα ήτανε το άλμπουμ «Στου καιρού τα ρέματα» με τη φωνή του Μανώλη Μητσιά. Αρκετά τραγούδια ακούστηκαν απ’ αυτό, όπως τα «Πού να ‘βρω ένα ζεϊμπέκικο», «Επειδή σ’ αγαπώ», «Αχ» και «Μάτια μου».

Εν συνεχεία, κινήθηκε σε πιο «ρυθμικά» κι «έντεχνα» μονοπάτια για χάρη της Τάνιας Τσανακλίδου και του δίσκου «Φίλε», ο οποίος εκτός του ομότιτλου περιλαμβάνει και τα πολύ γνωστά «Δρόμοι του Βερολίνου» και «Αν μ’ αγαπάς», η μελωδία του οποίου είχε πρωτοακουστεί το 1971 στο φιλμ «Εκείνο το καλοκαίρι»…

Μια…βόλτα στη νύχτα

Το 1982 είναι η χρονιά που το θέατρο του Λυκαβηττού αρχίζει να γίνεται το κεντρικό σημείο επιλογής διαφόρων δημιουργών κι ερμηνευτών για τις καλοκαιρινές συναυλίες τους. Έτσι, τους θερινούς μήνες «ανεβαίνουν» εκεί ο Ηλίας Ανδριόπουλος, ο Λουκιανός Κηλαηδόνης, το συγκρότημα «Σφιγξ», ακόμη και ο Πάνος Τζαβέλλας με τα αντάρτικα τραγούδια του και μάλιστα την εποχή που η Βουλή ψηφίζει την αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης…

stou_xronou_ton_kathrefti_1982_alexiou

Από τα πιο σημαντικά γεγονότα του 1982, είναι το ανέβασμα της «Πορνογραφίας» στο θέατρο «Σούπερ σταρ» σε μουσική και σκηνοθεσία Μάνου Χατζιδάκι, στίχους Νίκου Γκάτσου, σκηνικά-κοστούμια Μίνωα Αργυράκη και χορογραφίες Γιάννη Φλερύ. Ωστόσο, αυτή η τόσο φιλόδοξη παράσταση θα «κατέβει» πολύ σύντομα, καθώς η ανταπόκριση του κοινού δε θα είναι η αναμενόμενη…

Παράλληλα, λίγο πριν τα Χριστούγεννα ο Γιώργος Νταλάρας ξεκινά ένα περιορισμένο αριθμό εμφανίσεων στο κινηματοθέατρο «Ορφέας», με τίτλο «Τα τραγούδια μου» (θα μας απασχολήσει και το 1983). Μαζί του η Ελένη Δήμου, ο Μιχάλης Δημητριάδης και η Κατερίνα Στανίση.

Εξάλλου, στο θέατρο «Μπρόντγουεϊ» η Δήμητρα Γαλάνη παρουσιάζει μια σειρά συναυλιών με τίτλο «12+1», μαζί με τους Βασίλη Νικολαΐδη και Μελίνα Τανάγρη.

Από εκεί και πέρα, πολλά κι ενδιαφέροντα σχήματα κερδίζουνε το ενδιαφέρον του κοινού τόσο το καλοκαίρι, όσο και το φθινόπωρο που ουσιαστικά ξεκινά η χειμερινή σεζόν 1982-83. Ας δούμε ενδεικτικά κάποια από αυτά:

«Ζυγός»: Χάρις Αλεξίου, Αθηναϊκή Κομπανία, Γιώργος Σαρρής, Δημήτρης Κατοίκος, Κώστας Γανωτής και Χριστίνα Χρυσικάκη (που αργότερα θα γίνει γνωστή ως Μαραγκόζη…).

“ΖΟΟΜ”: Από το Νοέμβριο η Μαρινέλλα, ο Αντώνης Καλογιάννης, η Τζίνα Σπηλιωτοπούλου και ο Χριστόφορος (Ζησούλης).

«Διογένης»: Γιάννης Πάριος, Λίτσα Διαμάντη, Γιάννης Βογιατζής, Γιώργος και Νίκος Τζαβάρας και Ζανέτ Καπούγια.

«Φαντασία»: Στράτος Διονυσίου, Βίκυ Μοσχολιού, Μιχάλης Μενιδιάτης, Θέμης Αδαμαντίδης, Νίκος Νομικός, Βλάσης Μπονάτσος και Σόφη Ζανίνου.

«Δειλινά»: Από τα τέλη Μαΐου και για όλο το καλοκαίρι οι Σταμάτης Κόκοτας, Ρίτα Σακελλαρίου, Μπέσσυ Αργυράκη, Ρόμπερτ Ουίλιαμς, Κατερίνα Στανίση και ο μεγάλος Βασίλης Τσιτσάνης με την Ελένη Γεράνη. Από το φθινόπωρο οι Γιάννης Πουλόπουλος, Πίτσα Παπαδοπούλου, Λιζέτα Νικολάου, Ξανθίππη Καραθανάση και ο Γιώργος Μητσάκης.

«Νεράιδα»: Από το Μάιο οι Φίλιππος Νικολάου, Νέλλη Γκίνη και Δημήτρης Ψαριανός, οι οποίοι διαδέχτηκαν το χειμερινό σχήμα που αποτελούσαν οι Αντώνης Καλογιάννης, Πόλυ Πάνου, Δάκης και Κατιάνα Μπαλανίκα.

«Χάραμα»: Βασίλης Τσιτσάνης, Σωτηρία Μπέλλου, Σόφη Κωνσταντάκη, Ηλίας Μακρής, Ελένη Γεράνη.

«Καρουσάκη»: Τζένη Βάνου, Κώστας Καρουσάκης, Γιώργος Μπουλουγουράς.

«Μονσενιέρ»: Ρίτα Σακελλαρίου, Μανώλης Αγγελόπουλος, Κατερίνα Στανίση.

————

*** Απαγορεύεται αυστηρά η αναδημοσίευση υλικού, χωρίς την άδεια του Music Corner…

LEAVE A REPLY

Please enter your comment!
Please enter your name here