stou_xronou_ton_kathrefti_logo_500

Γράφει ο Τάσος Κριτσιώλης

Η δεκαετία του ’60 θεωρείται από πολλούς ως εκείνη που άλλαξε τα πάντα στη μουσική της πατρίδας μας. Ο Μίκης Θεοδωράκης, ο Μάνος Χατζιδάκις κι εν συνεχεία ο Σταύρος Ξαρχάκος και οι «επίγονοί» τους, άνοιξαν νέους δρόμους στο τραγούδι με τις δημιουργίες τους. Παράλληλα όμως, αυτές ευτύχησαν να ερμηνευθούν από μια γενιά σπουδαίων τραγουδιστών που είτε ξεκίνησε τότε, είτε προϋπήρχε αλλά άκμασε στη συγκεκριμένη περίοδο.

Με αφετηρία λοιπόν το 1960, θα σταθούμε «στου χρόνου τον καθρέφτη» και θα γυρίσουμε το ρολόι στο «τότε». Ανά 15 ημέρες, η στήλη θα παρουσιάζει τα σημαντικότερα μουσικά γεγονότα στην Ελλάδα χρόνο με το χρόνο και παράλληλα, συχνά θα κάνει μια «βόλτα» στα νυχτερινά κέντρα της εποχής, παρουσιάζοντας τα «σχήματα» που έγραψαν ιστορία…

———————————————————–

stou_xronou_ton_kathrefti_1985

1985 (Α’ μέρος): Σαρτζετάκης, Περεστρόικα, Χέιζελ και… «Ζεστά ποτά» 

Χρονιά σημαντικών και καθοριστικών πολιτικών εξελίξεων ήταν για την Ελλάδα το 1985. Η διαμάχη μεταξύ του κυβερνώντος και πανίσχυρου ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου και της Νέας Δημοκρατίας του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, είχε πάρει χαρακτήρα προσωπικής βεντέτας, καθώς ο τότε πρωθυπουργός δεν παρέλειπε να τονίζει σε κάθε ευκαιρία το ρόλο του αντιπάλου του στην «αποστασία» του 1965.

stou_xronou_ton_kathrefti_1985_papandreou

Ωστόσο, το σημαντικότερο γεγονός του έτους ήταν η πολιτική εξαπάτηση του Παπανδρέου προς τον Κωνσταντίνο Καραμανλή. Ενώ τόσο ο ίδιος, όσο και στενοί συνεργάτες του τον διαβεβαίωναν ότι θα τον πρότειναν για δεύτερη θητεία στην Προεδρία της Δημοκρατίας, ουσιαστικά εν μία νυκτί επέλεξαν «από το πουθενά» τον δικαστικό Χρήστο Σαρτζετάκη, οξύνοντας έτσι την αντιπαράθεση με την αξιωματική αντιπολίτευση.

stou_xronou_ton_kathrefti_1985_sartzetakis

Και δεν έφτανε μόνον αυτό, αλλά μετά την παραίτηση του «εθνάρχη» από το υπόλοιπο της θητείας του («μπροστά στις διαγραφόμενες εξελίξεις στις οποίες δε δύναμαι να συμπράττω», όπως ανέφερε χαρακτηριστικά στην επιστολή με την οποία ανακοίνωσε την απόφασή του), σύμφωνα με το Σύνταγμα, το ρόλο του ανελάμβανε ο πρόεδρος της Βουλής.

Αυτή τη θέση τότε, κατείχε ο Γιάννης Αλευράς. Όντας βουλευτής όμως, υπήρξαν έντονες επιφυλάξεις κι αμφισβητήσεις σχετικά με το αν έχει δικαίωμα να ψηφίσει για την εκλογή προέδρου Δημοκρατίας. Για πολλές ημέρες επικράτησε μεγάλη διχογνωμία μεταξύ καθηγητών του συνταγματικού δικαίου, ωστόσο τελικώς επικράτησε η γνώμη ότι μπορεί να λάβει μέρος στη διαδικασία.

Πάντως, ο τρόπος που επέλεξε το ΠΑΣΟΚ να «εξαναγκάσει» τους βουλευτές του να ψηφίσουν Σαρτζετάκη, μόνο τη δημοκρατία μας δεν τιμούσε. Με οπαδούς του να έχουν συγκεντρωθεί έξω από τη Βουλή και να τους απειλούν με λιντσάρισμα, με δίχρωμα ψηφοδέλτια (κατά παράβαση του Συντάγματος) και προβολείς ιωδίου, ακροβολισμένους σε διάφορα σημεία του Κοινοβουλίου που σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της εποχής, μπορούσαν να διακρίνουν ακόμα και μέσα από το φάκελο τι ψήφισε ο κάθε βουλευτής, μόνο δημοκρατικές διαδικασίες δε μαρτυρούν…

Τελικώς, ο Παπανδρέου πέτυχε το στόχο του. Ο Σαρτζετάκης εξελέγη Πρόεδρος της Δημοκρατίας (με την καθοριστική ψήφο Αλευρά), ενώ επισπεύσθηκε και ο χρόνος των βουλευτικών εκλογών, τις οποίες κέρδισε με 45%, έναντι 40% της Νέας Δημοκρατίας.

Λίγο αργότερα, το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης πέρασε μια σημαντική κρίση, καθώς αποχώρησε από αυτό ο αντιπρόεδρος Κωστής Στεφανόπουλος για να ιδρύσει το δικό του, τη «Δημοκρατική ανανέωση» (ή «ΔΗΑΝΑ», όπως έγινε πιο γνωστή…).

Κατά τα άλλα, η βία έκανε και πάλι την εμφάνισή της, με τη δολοφονία του 15χρονου μαθητή Μιχάλη Καλτεζά στις 17 Νοεμβρίου, κατά τη διάρκεια επεισοδίων που ξέσπασαν στην πορεία για την επέτειο του Πολυτεχνείου.

Στο διεθνή χώρο, η εμφάνιση του Μιχαήλ Γκορμπατσόφ και της περίφημης «Περεστρόικα» είναι το γεγονός του 1985. Ο αιφνίδιος θάνατος του Γιούρι Αντρόποφ (τρίτη απώλεια μέσα σε ισάριθμα χρόνια για την ηγεσία της ΕΣΣΔ), τον φέρνει επικεφαλής της δεύτερης υπερδύναμης του πλανήτη και ουσιαστικά ξεκινά η αντίστροφη μέτρηση για τη διάλυσή της. Ο Γκορμπατσόφ θα κάνει μεγάλα «ανοίγματα» προς τη Δύση, με αποτέλεσμα μέσα σε διάστημα μόλις έξι ετών να διαλυθεί στα χέρια του η Σοβιετική Ένωση…

stou_xronou_ton_kathrefti_1985_gorbatsof

Η νύχτα της 29ης Μαΐου ήταν μια από τις πιο μαύρες στην ιστορία του παγκοσμίου ποδοσφαίρου. Ο τελικός του Κυπέλλου Πρωταθλητριών ανάμεσα στη Γιουβέντους και τη Λίβερπουλ στο «Χέιζελ» των Βρυξελλών πνίγηκε στο αίμα 39 αθώων Ιταλών φιλάθλων, εξαιτίας της ασυγχώρητης προχειρότητας με την οποία είχε οργανωθεί από τη βελγική αστυνομία η είσοδος των οπαδών των δύο ομάδων στις εξέδρες.

Μετά από αυτό το τραγικό συμβάν, μεγάλη εντύπωση προκάλεσε η απόφαση της Βρετανής πρωθυπουργού Μάργκαρετ Θάτσερ ν’ απαγορεύσει τη συμμετοχή όλων των αγγλικών ομάδων στα ευρωπαϊκά Κύπελλα για πέντε χρόνια, δείχνοντας ότι αν μη τι άλλο, είχε πυγμή και τσαγανό…

Από εκεί και πέρα, η έβδομη τέχνη έμεινε χωρίς τη Σιμόν Σινιορέ, τον Ροκ Χάντσον, τον Όρσον Ουέλς και τον Γιουλ Μπρίνερ και η ελληνική δίχως το Λάμπρο Κωνσταντάρα και την αδελφή του Μίτση, τη Σαπφώ Νοταρά και τον Τάκη Μηλιάδη. Τα γράμματα και οι τέχνες μας θρήνησαν επίσης το Νίκο Εγγονόπουλο, τον Σπύρο Βασιλείου, το Γιώργο Ιωάννου και τον χαράκτη Τάσσο.

stou_xronou_ton_kathrefti_1985_konstantaras

Μέσα σε όλα αυτά, άνεμος αναγέννησης και «φρεσκάδας» άρχισε να πνέει στο ελληνικό τραγούδι. Οι αδελφοί Κατσιμίχα με τον πρώτο δίσκο τους «Ζεστά ποτά» προκαλούν μεγάλη αίσθηση και μπαίνουν δυναμικά στο χώρο, ενώ η πρώτη συνεργασία της Άλκηστης Πρωτοψάλτη με το «δίδυμο» Κραουνάκη-Νικολακοπούλου και το δίσκο «Κυκλοφορώ κι οπλοφορώ» ανοίγει νέους μουσικούς ορίζοντες.

Ξεχωριστή εντύπωση κάνει και ο πρωτοεμφανιζόμενος Γιάννης Μηλιώκας με τις «Σούζες» του, η Άννα Βίσση τραγουδά το «Δώδεκα» μέσα από το άλμπουμ της «Κάτι συμβαίνει» και καθιερώνεται στην κορυφή, ενώ η Νάνα Μούσχουρη συνεργάζεται με τον Γιώργο Χατζηνάσιο και άνω των 130.000 ελληνικών οικογενειών ακολουθούν την «Ενδεκάτη εντολή» τους.

Στο πρώτο μέρος της μουσικής ανασκόπησης του 1985, θα παρουσιάσουμε τις σημαντικότερες στιγμές του «έντεχνου» και ποπ-ροκ τραγουδιού, ενώ στο δεύτερο τις αντίστοιχες του λαϊκού κι «ελαφρολαϊκού», μαζί με τις σπουδαιότερες συναυλίες της χρονιάς, αλλά και την καθιερωμένη «βόλτα» μας στα νυχτερινά κέντρα…

«Ζεστά ποτά» 

Ο πρώτος δίσκος των δίδυμων αδελφών που άλλαξε ολοκληρωτικά το τοπίο στο ελληνικό τραγούδι τη δεκαετία του ’80, φέρνοντας έναν άλλο “αέρα”. Κυκλοφόρησε τον Απρίλιο του 1985, σε μια περίοδο που η – καλή και κυρίως κακή – λαϊκή μουσική κυριαρχούσε και ο ήχος του τσιφτετελιού μονοπωλούσε τους – αποκλειστικά κρατικούς τότε – ραδιοφωνικούς σταθμούς.

Το άλμπουμ έκανε αίσθηση αμέσως και η νεολαία της εποχής επιτέλους βρήκε αυτό που χρόνια ζητούσε. Μπορεί ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου να την είχε προσεγγίσει με τον δικό του τρόπο, όμως ο Χάρης και ο Πάνος Κατσιμίχας της έδειξαν ότι το “σκληρό ροκ” δεν είναι η μοναδική της διέξοδος. Όχι ότι οι ίδιοι δεν ήταν “ροκ”, αλλά με μια διαφορετική αντίληψη, η οποία συνδύαζε το εν λόγω είδος με το “ελαφρολαϊκό” και τη μπαλάντα.

Οι “Κατσιμιχαίοι” ξεκίνησαν να γράφουν τραγούδια το 1977 (“Φάνης”) και είχαν ακουστεί για πρώτη φορά στους “Αγώνες Ελληνικού Τραγουδιού” που διοργάνωσε ο Μάνος Χατζιδάκις στην Κέρκυρα το 1982. Συγκεκριμένα, ο Πάνος είχε ερμηνεύσει το “Μια βραδιά στο λούκι”, το οποίο πήρε βραβείο και άρεσε ιδιαίτερα στον σπουδαίο συνθέτη, που το επέλεξε ο ίδιος για να διαγωνιστεί. Παράλληλα, στους ίδιους αγώνες έστειλαν τον “Φάνη” και το “Γέλα πουλί μου”, τα οποία όμως δεν διαγωνίστηκαν.

Ωστόσο, αυτή η διάκριση δεν ήταν αρκετή για ν’ ανοίξουν οι πόρτες των δισκογραφικών εταιρειών. Όλες τους φρόντιζαν εκείνους που “πουλούσαν” και δεν ήθελαν να ρισκάρουν μια συνεργασία με δύο “αγνώστους” και – κατά την κρίση τους – “αντιεμπορικούς”. Τα δυο αδέλφια πέρασαν σχεδόν απ’ όλες τις εταιρείες παρουσιάζοντας τη δουλειά τους, όμως καμία δεν τους άνοιξε την πόρτα.

Μέχρι που μπήκε στο “παιχνίδι” ο Μανώλης Ρασούλης. Άκουσε τα τραγούδια, ενθουσιάστηκε και τα πρότεινε στην τότε Columbia με την οποία συνεργαζόταν κι ο ίδιος. Η εταιρεία δέχθηκε να “ρισκάρει” και την παραγωγή ανέλαβε ο ίδιος ο Ρασούλης.

Έτσι, στις 20 Φεβρουαρίου 1985 ξεκίνησε το πρώτο δισκογραφικό ταξίδι του Χάρη και του Πάνου Κατσιμίχα, το οποίο ολοκληρώθηκε μόλις 23 ημέρες αργότερα (15 Μαρτίου). Στούντιο SIERRA, ηχολήπτες οι Άκης Γκολφίδης, Μπάμπης Μπίρης, Χρήστος Ζορμπάς και Φραγκίσκος Σόφτας, με βοηθό τον Κώστα Καλημέρη. Ο Γιάννης Σπάθας και ο Νίκος Αντύπας ανέλαβαν την ενορχήστρωση και έπαιξαν και τα πιο πολλά όργανα στο δίσκο.

Το άλμπουμ πρωτοβγήκε στα δισκοπωλεία αρχές Απριλίου κι όσο περνούσαν οι μέρες, άρχισε να πουλάει όλο και περισσότερο και τελικώς ξεπέρασε τα ….100.000 αντίτυπα, αριθμός πρωτοφανής για νεοεμφανιζόμενους καλλιτέχνες!

Το πρώτο hit ήταν το “Ρίτα-Ριτάκι”, που μονοπώλησε τους ραδιοσταθμούς της εποχής κι ακολούθησαν τα υπόλοιπα, που όλα είναι πασίγνωστα κι αγαπημένα: “Προσωπικές οπτασίες”, “Μια βραδιά στο λούκι” (σε νέα ηχογράφηση), “Τις Κυριακές από παιδί τις σιχαινόμουνα”, “Γέλα πουλί μου”, “Φάνης” (συγκλονιστικό κομμάτι), “Παίξε βραχνή μου φυσαρμόνικα” (το τραγούδι-“καλωσόρισμα” του δίσκου) και το τόσο επίκαιρο και “σκληρό” “Για ένα κομμάτι ψωμί”, είναι εδώ και 30 χρόνια “πρωταγωνιστές” στο ρεπερτόριο των αδελφών Κατσιμίχα.

Επιπλέον, υπάρχει το εξαιρετικό “Υπόγειο” σε ποίηση της Ρίτας Μπούμη-Παπά, με το οποίο τα αδέλφια εγκαινιάζουν μια σειρά μελοποιήσεων διαφόρων ποιημάτων, που θα συνεχιστεί και στις επόμενες δουλειές τους.

«Κυκλοφορώ κι οπλοφορώ»

Δίσκος – σταθμός στην καριέρα της Άλκηστης Πρωτοψάλτη, καθώς ουσιαστικά διαμόρφωσε την καλλιτεχνική κι ερμηνευτική ταυτότητά της μέχρι και σήμερα. Ήταν η αρχή μιας συνεργασίας με το «δίδυμο» Σταμάτη Κραουνάκη – Λίνας Νικολακοπούλου, που έδωσε πολύ σπουδαίες στιγμές τόσο στη δισκογραφία, όσο και στα κατά καιρούς προγράμματα που έστησαν οι τρεις τους σε διάφορες μουσικές σκηνές.

Το άλμπουμ κυκλοφόρησε στις 24 Σεπτεμβρίου 1985, οι πωλήσεις του ξεπέρασαν τα 75.000 αντίτυπα κι έβγαλε οκτώ μεγάλες επιτυχίες, κάποιες από τις οποίες εξακολουθούν να πρωταγωνιστούν στο ρεπερτόριο της τραγουδίστριας: «Τρεις αγγέλοι», «Κυκλοφορώ κι οπλοφορώ», «Μπουλούκια», «Η Μαλάμω», «Κιβωτός», «Ο Άδωνις», «Ο Γιώργος» και το κορυφαίο όλων «Η σωτηρία της ψυχής», που το θεωρώ ένα από τα ωραιότερα τραγούδια που γράφτηκαν ποτέ στην ιστορία της ελληνικής μουσικής.

Θα λέγαμε ότι αυτός ο δίσκος έπαιξε καθοριστικό ρόλο ως προς την καθιέρωση μιας νέας μουσικής πρότασης και σίγουρα τάραξε τα νερά. Παράλληλα δε, άνοιξε το δρόμο για μια καινούργια γενιά δημιουργών κι ερμηνευτών, που από τα μέσα της δεκαετίας του ’80 και μετά άρχισε σιγά-σιγά να διεκδικεί το δικό της χώρο…

Οι στίχοι γράφτηκαν τόσο από τη Νικολακοπούλου, όσο και από τον Κραουνάκη, ενώ «Η Μαλάμω» ανήκει στην Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου και παραχωρήθηκε από το αρχείο του Κώστα Χατζηδουλή. Όλοι αναγράφονται αναλυτικά στη θήκη του δίσκου, όπου υπάρχουν και φωτογραφίες των συντελεστών καθώς και ορισμένες άλλες πληροφορίες για κάποια τραγούδια.

«Δήμητρα Γαλάνη –Χάνομαι γιατί ρεμβάζω» 

Κόντρα σε «θεούς και δαίμονες» μέσα στην ίδια της την εταιρεία, η Δήμητρα Γαλάνη επέμενε πάντα να ηχογραφεί δίσκους που «είχαν κάτι να πούνε», χωρίς ποτέ να λογαριάζει το εμπορικό αποτέλεσμα.

Έτσι έγινε και μ’ αυτό το άλμπουμ που κυκλοφόρησε το Δεκέμβριο του 1985, στο οποίο συνεργάζεται με το συγκρότημα «Χάνομαι γιατί ρεμβάζω», που είχε δημιουργήσει αίσθηση το 1982 με την πρώτη του δισκογραφική δουλειά «Οι κακές μας πράξεις».

Η ίδια χρόνια αργότερα, ανέφερε ότι έκανε μεγάλο αγώνα μέσα στην εταιρεία για να μπορέσει να κυκλοφορήσει δίσκους με καθαρά δική της αισθητική («Καλά είναι κι έτσι», «Κανονικά» κλπ), ασχέτως της κυκλοφοριακής πορείας που θα είχαν και τελικώς τα κατάφερε.

Αυτό το άλμπουμ λοιπόν, περιλαμβάνει τραγούδια «ετερόκλητων» δημιουργών, που ωστόσο ενορχηστρωμένα από τους «Χάνομαι γιατί ρεμβάζω» δημιουργούν ένα ενιαίο αποτέλεσμα. Για παράδειγμα, έχετε ξανακούσει ζεϊμπέκικο παιγμένο μόνον από …πνευστά (κυρίως), ακορντεόν και κιθάρα; Είναι το «Όταν τραγουδάω» του Χρήστου Νικολόπουλου (στην πρώτη δισκογραφική συνεργασία του με την ερμηνεύτρια), το οποίο «σπρώχτηκε» αρκετά εκείνη την περίοδο στα ραδιόφωνα κι ακούστηκε πολύ.

Ωστόσο, νομίζω ότι το ωραιότερο τραγούδι του δίσκου είναι το «Μου ‘ταξες ταξίδι να με πας», που τα τελευταία χρόνια επανήλθε στο προσκήνιο μέσα από τις κατά καιρούς εμφανίσεις της Γαλάνη, η οποία το περιλαμβάνει στις περισσότερες από αυτές.

Από εκεί και πέρα, θα βρούμε ορισμένα σημαντικότατα ντοκουμέντα: Δύο ανέκδοτα ως τότε τραγούδια του Μάνου Λοΐζου, μιαν επανεκτέλεση του «Καθρέφτη» του Δημήτρη Γκόγκου-Μπαγιαντέρα (το είχε πρωτοηχογραφήσει ο ίδιος το 1971 σε 45άρι με τη συμμετοχή του Διονύση Σαββόπουλου), καθώς επίσης και ανέκδοτοι στίχοι του Βασίλη Τσιτσάνη γραμμένοι για τη Σοφία Βέμπο (από το αρχείο του Κώστα Χατζηδουλή), μελοποιημένοι από τον Σταμάτη Κραουνάκη.

Μάλιστα, στο τέλος αυτού του κομματιού ακούγεται η ίδια η Βέμπο να μιλά για την προσφορά της στο «Έπος του ‘40», ντοκουμέντο που ο σύζυγός της Μίμης Τραϊφόρος παραχώρησε στη Γαλάνη.

Να πούμε εδώ ότι λίγους μήνες νωρίτερα –συγκεκριμένα τον Απρίλιο-, η ερμηνεύτρια είχε ηχογραφήσει ένα διπλό άλμπουμ μαζί με τον βαρύτονο Σπύρο Σακκά, με τίτλο «Μια βραδιά μ’ ένα τραγούδι». Επρόκειτο για μια συμπαραγωγή του ραδιοφώνου της ΕΡΤ με τη MINOS, όπου οι δυο τους τραγουδούν από ζακυνθινές καντσονέτες, μέχρι Τσιτσάνη και συνθέτες κλασικής μουσικής.

«Η ενδεκάτη εντολή»

Η Νάνα Μούσχουρη αποφασίζει να κάνει μια αμιγώς ελληνική δουλειά για πρώτη φορά μετά το 1972, ορμώμενη από την τεράστια επιτυχία που είχαν οι δύο συναυλίες της στο Ηρώδειο στις 23 και 24 Ιουλίου του 1984, αλλά και τις μεγάλες πωλήσεις του διπλού δίσκου με τη ζωντανή τους ηχογράφηση λίγο καιρό μετά (περισσότερα από 100.000 αντίτυπα).

Το αποτέλεσμα είναι ακόμη πιο εντυπωσιακό εμπορικά, αφού οι πωλήσεις της «Ενδεκάτης εντολής» ξεπέρασαν τα 130.000 αντίτυπα! Πέρα βεβαίως από την εμπορική επιτυχία, πρόκειται για ένα άλμπουμ που περιλαμβάνει εξαιρετικά κομμάτια. Ο Γιώργος Χατζηνάσιος, έχοντας τη μοναδική ικανότητα να προσαρμόζει τις μελωδίες του αναλόγως με τον ερμηνευτή που συνεργάζεται, δημιουργεί έντεκα πανέμορφα τραγούδια πάνω σε στίχους του Νίκου Γκάτσου, στενού προσωπικού φίλου της Μούσχουρη από τις αρχές της δεκαετίας του ’60.

Η δουλειά συμπληρώνεται από την τέταρτη κατά σειρά δισκογραφική εκτέλεση του «Γιαρέμ-γιαρέμ», δέκα χρόνια μετά την παράλληλη ηχογράφησή του από την Αιμιλία Νομικού, τη Δήμητρα Γαλάνη και τη Χριστιάνα. Εδώ όμως το ακούμε με την προσθήκη κι ενός τρίτου κουπλέ από τον ποιητή.

Εξάλλου, το μουσικό θέμα του «Μακριά στο Κατμαντού» είχε χρησιμοποιηθεί στην κινηματογραφική ταινία «Ένα γελαστό απόγευμα» (από την ομώνυμη νουβέλα του αξέχαστου Φρέντι Γερμανού), που είχε γυριστεί το 1979 με πρωταγωνιστές τον Νίκο Κούρκουλο και τη Μπέτυ Λιβανού.

Μέσα από το δίσκο ξεχώρισαν και αγαπήθηκαν το ομότιτλο, το «Πέφτει βροχή», το «Ήλιε που χάθηκες» και το «Παιδί με το ταμπούρλο». Πάντως, προσωπικά πιστεύω ότι η καλύτερη στιγμή του άλμπουμ είναι το «Αλληλούια», ένα από τα πιο συγκλονιστικά τραγούδια που γράφτηκαν ποτέ.

«Τα νυχτέρια μας»

Το μεγάλο και χρόνιο παράπονο του αξέχαστου Δημήτρη Μητροπάνου, ήταν ότι ακόμη και μετά την οριστική καθιέρωσή του στο χώρο του τραγουδιού, δεν είχε καταφέρει να συνεργαστεί με κάποιους συνθέτες που θαύμαζε, αλλά του ήταν «απαγορευμένοι» λόγω εταιρειών.

Ένας από αυτούς, ήταν ο αείμνηστος Σταύρος Κουγιουμτζής και τελικώς ο δημοφιλής ερμηνευτής μπόρεσε να ηχογραφήσει τραγούδια του για πρώτη φορά το καλοκαίρι του 1985. Μάλιστα, όπως ο ίδιος έχει πει σε συνέντευξή του, έκανε αγώνα μέσα στην εταιρεία για να πάρει το ΟΚ και να προχωρήσει ο δίσκος, αφού οι υπεύθυνοί της δεν έβλεπαν με καλό μάτι το «φλερτ» του με τους «έντεχνους» συνθέτες…

Είναι η εποχή που ο Κουγιουμτζής έχει αρχίσει να γίνεται «ακριβοθώρητος» στη δισκογραφία, μετά τη γεμάτη επιτυχίες πορεία που είχε στη δεκαετία του ’70. Έκτοτε, οι δουλειές του ήταν επιλεκτικές και με αρκετά μεγάλες χρονικές αποστάσεις μεταξύ τους. Πάντως, φαίνεται ότι ήθελε κι ο ίδιος να συνεργαστεί με τον Μητροπάνο κι έτσι τον Αύγουστο του 1985, κυκλοφόρησαν «Τα νυχτέρια μας» σε στίχους του Λάκη Τεάζη, συζύγου της Ξανθίππης Καραθανάση…

Ο συνθέτης δεν «απαρνιέται» το μουσικό του ύφος με το οποίο έγινε γνωστός. Λαϊκές μελωδίες με σαφείς αναφορές στο ρεμπέτικο, αλλά και «σκούρες» μπαλάντες που ωστόσο δεν εμποδίζουν τον ερμηνευτή να ξεδιπλώσει τις σπουδαίες φωνητικές του ικανότητες. Άλλωστε, ας μη ξεχνάμε ότι από την προ τετραετίας (1981) συνεργασία του με τον Γιώργο Χατζηνάσιο -στα «Συναξάρια»-, είχαν ακουστεί περισσότερο οι μπαλάντες, παρά τα λαϊκά…

Το τραγούδι που ξεχώρισε αμέσως, έγινε επιτυχία και είναι γνωστό ακόμη και σήμερα, είναι το «Είσαι ωραία σαν αμαρτία», αλλά με τα χρόνια «ξεπετάχτηκε» και το υπέροχο «Παράπονό μου», το οποίο συχνά-πυκνά βρισκόταν στο ρεπερτόριο των «ζωντανών» εμφανίσεων του Μητροπάνου. Ακόμη, εκείνη την εποχή ακούστηκαν αρκετά και τα «Ο κατηφές» και «Αν μ’ αγαπάς».

«Χάρτινες καρδιές» 

Η πρώτη και μοναδική ολοκληρωμένη δισκογραφική δουλειά του Γιάννη Σπανού με τον Γιάννη Πουλόπουλο, η οποία κυκλοφόρησε τον Ιούνιο του 1985 και ξεπέρασε σε πωλήσεις τα 50.000 αντίτυπα. Οι δυο τους είχαν συνεργαστεί στο παρελθόν με μεγάλη επιτυχία, καθώς ο ερμηνευτής είχε συμμετάσχει στις πρώτες δύο «Ανθολογίες» του συνθέτη, ενώ έκαναν μαζί και ορισμένα «σκόρπια» τραγούδια που έγιναν πολύ γνωστά (λ.χ. «Μια φορά μονάχα φτάνει», «Σε θέλω», «Τα μάτια σου τα μελαγχολικά» κ.α.).

Το εν λόγω άλμπουμ, «έβγαλε» τρεις πολύ μεγάλες και διαχρονικές επιτυχίες: Το ομότιτλο, «Το στοίχημα» και το «Πάρε με μαζί», που είναι πιο γνωστό ως «Καπετάνιε». Ωστόσο, υπάρχουν κι άλλα ωραία τραγούδια, όπως τα «Δυο μέτρα χιόνι», «Φοβάμαι» και «Βάρκα του καημού» (που θυμίζει πολύ έντονα τη «χρυσή» εποχή του «νέου κύματος», στη δημιουργία της οποίας πρωτοστάτησαν τόσο ο Σπανός όσο και ο Πουλόπουλος), χωρίς να υστερούν ιδιαίτερα τα υπόλοιπα, που όμως δεν ακουστήκανε πολύ. Οι στίχοι είναι του Θάνου και της Ρόνης Σοφού.

«Κάτι συμβαίνει»

Προσωπική μου άποψη, είναι ότι αυτός ο δίσκος μαζί με το «Ρε» είναι ότι καλύτερο έκανε δισκογραφικά η Άννα Βίσση από το 1985 και μέχρι σήμερα. Σε αυτά τα δύο άλμπουμ, υπάρχουν στιγμές που θυμίζουν τα πρώτα χρόνια της τραγουδίστριας από την Κύπρο, τότε που έδινε ελπίδες ότι θα μπορούσε να συνεχίσει την παράδοση των μεγάλων γυναικείων φωνών του έντεχνου ελληνικού τραγουδιού.

Βεβαίως, μεγάλη φωνή υπήρξε κι εξακολουθεί να είναι, δυστυχώς όμως δε συμβαίνει το ίδιο και με το ρεπερτόριο που η ίδια διάλεξε από τα μέσα της δεκαετίας του ’80 και μετά. Επαναλαμβάνω, όλα αυτά αποτελούν καθαρά προσωπική γνώμη και τίποτε περισσότερο…

Το «Κάτι συμβαίνει» κυκλοφόρησε στα μέσα του 1985 και είναι ο τελευταίος δίσκος μέχρι τις αρχές του 21ου αιώνα που η Βίσση εμπιστεύθηκε άλλο δημιουργό εκτός του Νίκου Καρβέλα. Ο «τυχερός» που «μοιράστηκε» τα τραγούδια με τον τότε σύζυγο της τραγουδίστριας, ήταν ο Αντώνης Βαρδής, ο οποίος είχε συνεργαστεί μαζί της σχεδόν από την πρώτη στιγμή που εκείνη ήλθε στην Ελλάδα. Δούλεψαν μαζί στις μπουάτ της Πλάκας στα μισά των 70’s και της είχε δώσει τις εξαιρετικές «Κυκλάδες» στο πρώτο προσωπικό της άλμπουμ, με τίτλο «Ας κάνουμε απόψε μιαν αρχή» το 1977.

Το «Κάτι συμβαίνει», ήταν η αρχή μιας σειράς χρυσών και πλατινένιων για τη Βίσση, καθώς ξεπέρασε σε πωλήσεις τα 50.000 αντίτυπα. Περιλαμβάνει πολύ καλά τραγούδια, με κορυφαίο από πλευράς απήχησης και αντοχής στα χρόνια που ακολούθησαν το «Δώδεκα», που το θεωρώ ένα από τα δέκα καλύτερα που ερμήνευσε η Βίσση στην καριέρα της.

Η ερμηνεία της είναι κάτι περισσότερο από εξαιρετική και είναι πραγματικά κρίμα που από εκεί και κάτω – πάντα κατά τη γνώμη μου – σπατάλησε τη φωνή της σε ανούσια και «φτηνά» πράγματα (με ελάχιστες εξαιρέσεις, όπως το «Δεν θέλω να ξέρεις», το «Παραλύω», το «Ερωτευμενάκι» και δυο-τρία άλλα). Κάθε φορά που την ακούω στο εν λόγω κομμάτι, ενισχύεται η άποψή μου ότι αδίκησε τον εαυτό της…

Επίσης, ακούστηκε (και χορεύτηκε…) πολύ το «Σαν κι εμένα καμιά» και «περπάτησαν» το ομότιτλο και το «Τι έχω να χάσω». Αυτό το τελευταίο, μου φέρνει στη μνήμη μια τηλεοπτική εκπομπή που είχε μεταδοθεί εκείνη την εποχή στην κρατική τηλεόραση, όπου το τραγουδούσε έχοντας δίπλα της τον «Τιμολέοντα» και τη «Ροζαλία», δύο κούκλες της οικογένειας Σοφιανού που ήταν οι πρωταγωνίστριες στην κυριακάτικη παιδική εκπομπή «Χιλιοποδαρούσα» του Νίκου Πιλάβιου…

«Εδώ Θεσσαλονίκη» 

Ο πρώτος δίσκος του Θεσσαλονικιού δημιουργού και τραγουδιστή Γιάννη Μηλιώκα, ο οποίος έκανε γρήγορα επιτυχία κι έγινε γνωστός, ωστόσο άλλο τόσο γρήγορα χάθηκε από το προσκήνιο, κάνοντας έκτοτε επιλεκτικά πράγματα τόσο δισκογραφικά, όσο και αναφορικά με τις «ζωντανές» εμφανίσεις του. Άλλωστε, ουδέποτε μπήκε σε «συστήματα» και «καλούπια» και ο δρόμος του ήταν πάντοτε μοναχικός.

Το άλμπουμ κυκλοφόρησε τον Ιούλιο του 1985 κι αμέσως έκανε ιδιαίτερη αίσθηση, κυρίως με το αμίμητο «Ποιμενικό ροκ» που ακούστηκε και τραγουδήθηκε πολύ. Θυμάμαι ότι επί μία ολόκληρη σχολική χρονιά, σε κάθε διάλειμμα το τραγουδούσαμε σχεδόν όλα τα παιδιά της Δ’ τάξης στο δημοτικό που πήγαινα τότε και μας πιάνανε τα γέλια.

Πολύ γνωστό έγινε και το «Αμπεμπαμπλόμ», όπως επίσης και το «Βρήκα δέκτη», ενώ αρκετά «προχωρημένο» για την εποχή ήταν το «Απόψε θα γουστάρουμε παρέα» το οποίο μιλά για μια συνεύρεση δύο ανδρών με μία γυναίκα…

Ωστόσο, για μένα η καλύτερη στιγμή του δίσκου είναι το καταπληκτικό ντουέτο του Μηλιώκα με την Ελένη Βιτάλη «Ευτυχώς ή δυστυχώς», όπου γίνεται αναφορά στις δυσκολίες που αντιμετώπισε ο μέσος Έλληνας στις δεκαετίες του ’50 και του ’60.

——————

*** Απαγορεύεται αυστηρά η αναδημοσίευση υλικού, χωρίς την άδεια του Music Corner…

LEAVE A REPLY

Please enter your comment!
Please enter your name here