Γράφει o Σοφιανός Καβακόπουλος
www.musiccorner.gr
Δευτέρα 5 Μαϊου 2014

Με όλες αυτές τις σκέψεις δεν κατάλαβα για πότε έφτασα στην είσοδο του δάσους. Είχα πολύ καιρό να περάσω εκείνη την πύλη και σταμάτησα για ένα τσιγάρο. Κανονικά θα έπρεπε να δω αρκετό κόσμο εκεί αλλά μια τέτοια μέρα όλοι ήταν τριγύρω από μια ψησταριά και σούβλιζαν το παραδοσιακό αρνί τσιμπώντας το κάθε λίγο. Έβγαλα το κράνος και άναψα ένα τσιγάρο, απολαμβάνοντας την ησυχία της απομόνωσης. Έβαλα μπροστά και ξεκίνησα για το μονοπάτι που ποτέ δεν είχα πάρει. Κάθε φορά ακολουθούσα μια συγκεκριμένη αρχή και εκείνο το μονοπάτι το άφηνα για μια άλλη φορά. Εκείνη η μέρα ήταν η δική του φορά.

Δεν με κυνηγούσε κανείς, δεν είχα να αποδείξω σε κανέναν τίποτα, ούτε καν στον εαυτό μου κάτι. Κυλούσα αργά απολαμβάνοντας την οδήγηση στο «άγνωστο». Κάποιος μου είχε πει κάποτε πως όταν μπεις στο δάσος μετά όλα είναι τα ίδια. Η συζήτησή μας φυσικά είχε άλλο θέμα και χρησιμοποίησε το δάσος ως παρομοίωση αλλά είχε τόσο λάθος και στα δάση και στο θέμα της συζήτησης (όλοι καταλάβατε φυσικά για τι πράγμα μιλούσε). Όχι απλά κάθε μονοπάτι είναι διαφορετικό αλλά και το ίδιο το μονοπάτι σε διαφορετικές στιγμές είναι διαφορετικό. Το βλέπεις από διαφορετικές γωνίες και είσαι σίγουρος πως είσαι σε ένα άλλο μέρος.

MuddyMotor

Βγήκα από την καινούρια αναπόληση μου ξαπλωμένος στην λάσπη! Κοίταξα τριγύρω μου να δω τι γίνεται και ήμουν απλά ξαπλωμένος στην λάσπη. Η μηχανή παραπέρα και αυτή ξαπλωμένη. Έμεινα ακούνητος να νιώσω την δόνηση του κινητού, γιατί ήμουν σίγουρος πως η γυναίκα μου με σκέφτηκε! Τίποτα. Σηκώθηκα αργά και άρχισα να ψάχνομαι για χτυπήματα. Τίποτα απολύτως. Στάθηκα πάνω από την μηχανή και την κοίταξα. Τίποτα και αυτή. ΗΜΟΥΝ ΣΙΓΟΥΡΟΣ. Η γυναίκα μου θα έπαιρνε τηλέφωνο! Έβγαλα το κράνος και το άφησα στην άκρη, άναψα ένα τσιγάρο και έβγαλα το κινητό. Δεν είχε σήμα. Τώρα πια ήμουν σίγουρος πως θα μου έρθουν τα μηνύματα των κλήσεών της μαζεμένα και θα ξαναπέσω (μην γελάτε, πονάει)! Κοίταξα τριγύρω και βρισκόμουν στο τέλειο ξέφωτο. Αυτό που όλοι ψάχνουν πάντα. Το τέλειο γρασίδι γύρω, μια μικρή λιμνούλα στην άκρη και το δάσος τριγύρω. Θα μπορούσα να μείνω μέρες εκεί μόνο και μόνο για να το χορτάσω.

Είχε περάσει αρκετή ώρα και έτσι αποφάσισα να συνεχίσω. Το πιο ωραίο για μένα ήταν πως τόση ώρα κανένας δεν είχε περάσει. Εκείνο το σημείο του δάσους ήταν δικό μου. Πήγα να σηκώσω την μηχανή και πιάνοντας την γλιστράω στη λάσπη και αυτή την φορά ήμουν με τα μούτρα μέσα. Ωραία, σκέφτηκα, σήμερα δεν είναι η μέρα μου. Δεύτερη προσπάθεια, πιο υποψιασμένη αυτή την φορά αλλά αυτή την φορά γλιστρούσα και εγώ και αυτή. Σίγουρα δεν ήταν η μέρα μου. Δοκίμασα από την άλλη μεριά αλλά κανένα αποτέλεσμα και πάλι. Το λάμπακι της ιδέας άναψε μπροστά μου. Έψαξα και βρήκα μερικές μεγάλες πέτρες και τις έβαλα κόντρα στις ρόδες. Τις φύτεψα καλά μέσα στην λάσπη και την κόντραρα. Μερικές ακόμη πίσω από τις μπότες μου και ήμουν έτοιμος. Σφήνωσα, στέγνωσα τα χέρια, έβγαλα το μπουφάν, έσκυψα και την έπιασα. Βαθιά ανάσα πριν την προσπάθεια και πάμε… Θυμήθηκα το 1996 να φωνάζει ο προπονητής στον Δήμα, “ΜΕΙΝΕ ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΜΠΑΡΑ”, και ταυτόχρονα τον φίλο μου τον Δημήτρη που σε αντίστοιχη προσπάθεια από το ζόρισμα είχε ένα ατύχημα, ακούσιας κένωσης και με πιασαν τα γέλια. Τα δέκα εκατοστά που είχε σηκωθεί μηδενίστηκαν στην στιγμή. Ήμουν ξαπλωμένος στην λάσπη, λερωμένος και ιδρωμένος. Βρισκόμουν τελείως απομονωμένος στο δάσος, χωρίς σήμα στο κινητό. Χαιρετούσα τα αεροπλάνα που περνούσαν από πάνω μου για να έρθουν να με βγάλουν και έκλαιγα από τα γέλια! Η κατάσταση ήταν τουλάχιστον τραγική μέσα στο αστείο της υπόθεσης. Και ο πρωταγωνιστής αυτού του δράματος ήμουν εγώ. Το σύνηθες είναι σε τέτοιες περιπτώσεις, εκείνος ο Μurfy με τους νόμους του να έχει πάντα δίκιο. Όταν τα πράγματα είναι στραβά, θα γίνουν σίγουρα χειρότερα. Μια δυνατή βροχή άρχισε να πέφτει με αποτέλεσμα εκτός από κουρασμένος, λερωμένος ταλαιπωρημένος, να είμαι βρεγμένος μέχρι και το τελευταίο χιλιοστό δέρματος. Μέσα στις μπότες θα μπορούσαν άνετα να ζήσουν να χρυσόψαρα της κόρης μου και ο δείκτης της βενζίνης την μηχανής έδειχνε σχεδόν άδειο ντεπόζιτο. «Γέρο μου, το κεφάλι κάτω και γρήγορα (αλλά και οικονομικά βγες στο δρόμο)». Τον Δρόμο; Ποιο Δρόμο; Από που; Κατέληξα να ψάχνω γνωστά σημεία μέσα στα μονοπάτια, κοιτώντας προς τα που θα μπορούσε να είναι ο ήλιος για να προσανατολιστώ και να βγω. Και εκείνο το λαμπάκι να αναβοσβήνει γράφοντας EMPTY FUEL.

Την ώρα που η μπροστινή ρόδα πάτησε σε άσφαλτο, με ένα τελευταίο βήξιμο ο κινητήρας έσβησε. Το άφησα να κυλήσει όσο πήγαινε πριν κατεβώ και αρχίσω να σπρώχνω. Το μυαλό μου είχε αδειάσει και αντί να καλέσω κάποιον να μου φέρει βενζίνη συνέχισα να σπρώχνω την μηχανή στην ανηφόρα, και πλέον δεν ήξερα αν ήμουν βρεγμένος από την βροχή ή από τον ιδρώτα. Θυμήθηκα πιτσιρικάς που είχα ταξιδέψει με ένα παπί για Σαββατοκύριακο στον Πύργο Ηλείας και όταν γύριζα μετρούσα τα χιλιόμετρα μέχρι το επόμενο βενζινάδικο για να φάω. Κάπως έτσι ήμουν ξανά και τότε κατάλαβα πως ήμουν ακριβώς έτσι. Κανένα βενζινάδικο δεν θα ήταν ανοιχτό. Ήταν Κυριακή του Πάσχα. Επιβεβαιώθηκα 45 λεπτά αργότερα όταν έφτασα στο πρώτο βενζινάδικο και ήταν σφραγισμένο. Κλείδωσα την μηχανή στο πλάι και είπα να συνεχίσω με τα πόδια μέχρι το σπίτι. Άλλωστε τι μου έμενε; Μόνο 12 χιλιόμετρα!

Τότε σκέφτηκα για πρώτη φορά το τηλέφωνο. Το έβγαλα να καλέσω κάποιον αλλά το τηλέφωνο ήταν κλειστό. Προσπάθησα να το βάλω σε λειτουργία αλλά με το που άνοιγε ξανάκλεινε. Δεν είχε καθόλου μπαταρία. Βγήκα στον δρόμο, λασπωμένος από πάνω ως κάτω, κουρασμένος με τις μπότες να με ενοχλούν αφού δεν είναι ότι καταλληλότερο για περπάτημα, με το κράνος στο χέρι και κοιτάζοντας συνεχώς προς τα πίσω μήπως και περάσει κάποιο αυτοκίνητο. Σταμάτησα και με κοίταξα από πάνω ως κάτω. Αν ήμουν εγώ στο αυτοκίνητο θα με έπαιρνα; ΟΧΙ. Κατέβασα το κεφάλι και συνέχισα το περπάτημα. Η γυναίκα μου με τον Murfy παρέα τσιμπώντας από τις πέτσες ενός αρνιού κάπου ψηλά πάνω από τα σύννεφα με κοίταζαν και γελούσαν…

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ.

———————

*** Απαγορεύεται αυστηρά η αναδημοσίευση υλικού, χωρίς την άδεια του Music Corner…

LEAVE A REPLY

Please enter your comment!
Please enter your name here