Γράφει o Σοφιανός Καβακόπουλος
www.musiccorner.gr
Δευτέρα 25 Φεβρουαρίου 2013

Βγαίνοντας από την πόρτα του σπιτιού μου οι πρώτες στάλες της βροχής έπεσαν πάνω μου. Αυτή η καταραμένη βροχή κοντεύει να με σαπίσει μέσα και έξω. Συννεφιασμένη βροχερή νύχτα και σήμερα αλλά η ανάγκη να αλητέψω είναι μεγαλύτερη από την απέχθεια μου στην βροχή. Σήκωσα το γιακά μου και προχώρησα στο δρόμο σταματώντας το πρώτο ταξί που περνούσε από μπροστά μου.

Ο Ινδός οδηγός με οδήγησε σιωπηλά σε εκείνο το στενάκι που είναι το αγαπημένο μου μαγαζί. Ο μόνος ήχος που ακουγόταν στο ταξί στην διαδρομή ήταν έναν βραχνό σαξόφωνο από το ραδιόφωνο. Ξανακοίταξα την κάρτα του να βεβαιωθώ πως ήταν Ινδός αφού οι μουσικές που περίμενα να με συνοδεύουν στην διαδρομή, δεν ήταν οι αναμενόμενες.

Η ταμπέλα του μαγαζιού μισοκαμένη εδώ και χρόνια. Τρεμόπαιζαν τα νέον φώτα και η λάμπα της εισόδου ήταν το χαρακτηριστικό σημάδι ότι το μαγαζί του Lou ήταν ανοιχτό. Υπήρχε μήπως περίπτωση να είναι κλειστό; Αφού ο Lou εκεί περνούσε όλη του τη ζωή τα τελευταία 40 χρόνια. Η πόρτα άνοιξε, το παιδί-γορίλλας γρύλισε κάτι που δεν του έδωσα σημασία και ανταπέδωσα τον χαιρετισμό με ένα νεύμα του κεφαλιού.

Κατέβαινα για άλλη μια φορά τα ξύλινα σκαλοπάτια κρατώντας την κουπαστή και αναρωτιόμουν αν τελικά αυτό είναι αλητεία. Αν είμαι ακόμη στην αναζήτηση ή απλά βολεύτηκα κάπου ζεστά με γνωστές φάτσες… Η θέση μου στην γωνία του μπαρ με περίμενε και ο Lou έβαλε το γνωστό ποτό στο όχι και τόσο καθαρό ποτήρι. Οι γνωστοί θαμώνες ήταν ήδη στις θέσεις τους λες και έβλεπα το ίδιο έργο κάθε βράδυ.

Στην σκηνή ο Martin στο πιάνο κάτι έπαιζε και η Mickie τραγουδούσε βαριεστημένα με την βραχνή φωνή, από το τσιγάρο που έκαιγε στο χέρι της.

Οι κινήσεις μου αργές, σχεδόν τελετουργικές, πάντα με την ίδια σειρά για να μην χαλάσω την “τύχη” μου. Έβγαλα ένα τσιγάρο και πριν πιώ την πρώτη γουλιά το άφησα δίπλα στο ποτήρι μαζί με τον αναπτήρα. Ήπια και ένιωσα το κάψιμο στον λαιμό να με ζεσταίνει. Έφερα το τσιγάρο στο στόμα με κλειστά τα μάτια και το άναψα. Πρώτη ρουφηξιά με τον καπνό να γεμίζει το στόμα μου και φυσώντας άνοιξα τα μάτια.

Και τότε μέσα από τον καπνό την είδα να κάθεται στο βάθος. Κοιτούσε στα μάτια κατευθείαν, σαν να κοιτούσε το μυαλό μου. Το ίδιο βλέμμα, η ίδια στάση κάθε βράδυ εδώ και τρεις μέρες. Το χαμόγελο στα χείλη της, ειρωνικό και παγωμένο. Δεν χρειαζόταν να ρωτήσω ποια είναι. Μέσα μου ήξερα, όπως ήξερα και τι ζητούσε.

Ήπια άλλη μια γερή γουλιά από το πότο και κουβάλησα την κιθάρα μου στην άκρη της σκηνής. Την πήρα αγκαλιά χαϊδεύοντας την, την άγγιξα και σαν να την ένιωσα ζωντανή στα χέρια μου. Κάθισα στην καρέκλα μου και ζήτησα από τον Martin, “Gimme your Blues mate …A slow Blues for this rainy night”. Τα δάχτυλα του ταξίδεψαν αργά πάνω στα πλήκτρα του πιάνου του, και άγγιξα τις πρώτες νότες. Το ένιωθα να βγαίνει προς τα έξω, να φεύγει από την ψυχή μου και να ταξιδεύει προς τις άκρες των δαχτύλων μου. Και όταν έφτασε, την κοίταξα απέναντι να με κοιτάζει στα μάτια ακόμη, να μου χαμογελάει και οι πρώτες νότες ταξίδεψαν μέσα στον καπνό του μαγαζιού. Δυο νότες όλες κι όλες με κατεύθυνση αυτή και μόνο.

There is a soul on sale
My soul is on sale
Givin my soul away

Because I need to play
I want to make you feel my tone
Inside your soul
That’s why I need to give my soul away

There is a soul on sale
My soul is on sale
Givin my soul away

Because I need to sing
I want to make pain in your mind with my tone
Inside your brain
That’s why I need to give my soul away

There is a soul on sale
My soul is on sale
Givin my soul away

Because I need to see
To see all of you, dancing and singin with me
Dancing like there is no other day
Singin like you last voice
Cause I play like the devil in front of you

(Soul on Sale – Music & Lyrics, Sofianos Kavakopoulos 22/04/2011)

Η προσφορά είχε γίνει. Η απάντηση της ήρθε στο μυαλό μου κατευθείαν. Το ήξερα ότι ήταν αυτή και γι αυτό ήταν εκεί. Τα δάχτυλα μου πλέον ταξίδευαν διαφορετικά πάνω στην κιθάρα και ο ήχος ήταν διαφορετικός. Γεμάτος, υπέροχος, Blue, αλλά πάνω απ’ όλα είχε εμένα και το συναίσθημα πάνω του. Ο χρόνος σταμάτησε και όλοι παραξενεμένοι κοιτούσαν εμένα και την κιθάρα μου.

Εγώ όμως ήξερα… Η Ψυχή μου δεν μου ανήκε, η Μουσική όμως ήταν δική μου. Δεν τον βρήκα σε ένα σταυροδρόμι που έψαχνα τόσα χρόνια αλλά στο φτωχομάγαζο του Lou.

Άνοιξα τα μάτια και είδα απέναντι μου στο κάθισμα του τρένου, με τα ψώνια στις σακούλες να με κοιτάζει έντρομη. Ποιος ξέρει τι έλεγα όσο με είχε πάρει ο ύπνος από το κούνημα του τρένου…! Πρέπει να κοιμάμαι περισσότερο…

Ιστορίες Blues εκεί που ο Μύθος μπλέκει με την πραγματικότητα!

———————

*** Απαγορεύεται αυστηρά η αναδημοσίευση υλικού, χωρίς την άδεια του Music Corner…

LEAVE A REPLY

Please enter your comment!
Please enter your name here