aspromavra_egxrwma_logo_500

Γράφει ο Τάσος Κριτσιώλης 

Τηλεοπτικές στιγμές που μας έκαναν να γελάσουμε, να κλάψουμε, να μελαγχολήσουμε, να ταυτιστούμε με τους ήρωες και να πάσχουμε μαζί τους. Πόσα συναισθήματα δε γέννησαν σε όλους μας αξέχαστα σίριαλ της μικρής οθόνης. «Ασπρόμαυρα κι έγχρωμα», άφησαν το σημάδι τους στο μυαλό και στην καρδιά μας και τα θυμόμαστε με νοσταλγία μέσα σ’ αυτό το άθλιο τηλεοπτικό τοπίο του σήμερα…

Αυτή η στήλη λοιπόν, από φέτος κάθε εβδομάδα, θα σας παρουσιάζει εναλλάξ μία σειρά και μία εκπομπή που έγραψαν τη δική τους ξεχωριστή ιστορία στην ασπρόμαυρη ή στην έγχρωμη τηλεόραση στα πρώτα 20 χρόνια πορείας της. Φιλοδοξία της, να σας θυμίσει μοναδικές κι ανεπανάληπτες στιγμές που δε θα σβήσουν ποτέ ο χρόνος και η μνήμη!

———————————————–

H κλασική ελληνική λογοτεχνία, ανέκαθεν υπήρξε εξαιρετικά προσοδοφόρα για την ελληνική τηλεόραση, τουλάχιστον στην πρώτη εικοσαετία της και πριν την είσοδο των ιδιωτικών σταθμών.

Ένας μεγάλος αριθμός σπουδαίων έργων που έγραψαν οι μεγαλύτεροι εγχώριοι συγγραφείς, έγινε γνωστός της τηλεοπτικής μεταφοράς τους και δεν ήτανε λίγες οι φορές που παρουσιάστηκε αυξημένη ζήτηση γι’ αυτά στα βιβλιοπωλεία. Γιατί κάποτε, η μικρή οθόνη μας δεν ήτανε μόνο μέσω ψυχαγωγίας, αλλά και πνευματικής τροφής…

Βρισκόμαστε λοιπόν στο 1975. Τα κανάλια είναι μόνο δύο, αλλά δείτε πώς κατάφερναν να «χωρέσουν» εκεί, ο ένας μετά τον άλλο, τέσσερις από τους σημαντικότερους Έλληνες λογοτέχνες: Δευτέρα, ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης με τη «Γυφτοπούλα» του. Τετάρτη, ο Γρηγόρης Ξενόπουλος με την «Τερέζα Βάρμα-Δακόστα». Πέμπτη (κι αργότερα Παρασκευή), ο Νίκος Καζαντζάκης και «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται».

Κι ενδιαμέσως, την Τρίτη, ο Άγγελος Τερζάκης με τη «Μενεξεδένια πολιτεία» του. Ένα μυθιστόρημα που κυκλοφόρησε το 1937 και αγαπήθηκε πολύ από το αναγνωστικό κοινό, μεταφέρθηκε στην τηλεόραση μέσω του ΕΙΡΤ σε 30 ημίωρα επεισόδια, διασκευασμένο από το Γιάννη Κανδήλα (αν και αρχικά τούτη τη δουλειά είχε αναλάβει ο Βασίλης Μανουσάκης), σκηνοθετημένο από τον Κώστα Φέρρη και απαρτιζόμενο από εκλεκτό καστ πρωταγωνιστών.

Μεταδόθηκε για πρώτη φορά την Τρίτη 18 Μαρτίου 1975 στις 22:30 και ολοκληρώθηκε στις 14 Οκτωβρίου της ίδιας χρονιάς, αποσπώντας θετικότατες κριτικές και κερδίζοντας ένα μεγάλο μέρος των τηλεθεατών.

Δυστυχώς, ορισμένοι «φρόντισαν» να μην αφήσουν ούτε δευτερόλεπτο από τη σειρά στο αρχείο της ΕΡΤ και μόνο μέσα από τις φωτογραφίες που βλέπετε, υπάρχει η δυνατότητα να δείτε μια γενική εικόνα της και να πάρετε μια μικρή «γεύση’ απ’ αυτήν…

Η υπόθεση

Η ιστορία ξεκινά το 1935. Ο Μελέτης Μαλβής (Θάνος Κωτσόπουλος), ένας άσημος και χωρίς ιδιαίτερες περγαμηνές δικηγόρος, ζει μόνος του σ’ ένα σχετικά φτωχικό σπίτι στην Πλάκα, μαζί με τα δυο παιδιά του: Τον Ορέστη (Νίκος Γαλανός) και τη Σοφία (Κατερίνα Βασιλάκου), την οποία χαϊδευτικά αποκαλεί «Σοφίκα».

Είχε έλθει στην πρωτεύουσα από την επαρχία σε νεαρή ηλικία, γεμάτος όνειρα και φιλοδοξίες, χωρίς όμως να κατορθώσει να πραγματοποιήσει κάτι σημαντικό…

Δείχνει να μην έχει ενδιαφέρον για το παραμικρό γύρω του, καθώς έχει παρατήσει τη δουλειά του και δεν ασχολείται παρά μόνο με κάποιες ασήμαντες υποθέσεις, που για μεγάλο χρονικό διάστημα παραμένουνε στα συρτάρια του.

Αιτία για όλα αυτά, είναι η εγκατάλειψή του από τη γυναίκα του, την Όλγα Βέλμερη (Χαριτίνη Καρόλου), πριν από πολλά χρόνια, η οποία έφυγε χωρίς να νοιαστεί ούτε για τα ίδια τα παιδιά της…

Την είχε γνωρίσει όταν ήταν ήδη 37 ετών κι εκείνη περίπου 20. Ήτανε γόνος μιας παλιάς αριστοκρατικής, αλλά ξεπεσμένης πλέον οικογένειας της Οδησσού, επιμένοντας όμως να διάγει ένα πλούσιο βίο.

Ο Μαλβής την παντρεύτηκε σχεδόν από ανάγκη, αλλά ουδέποτε την ένιωσε κοντά του, αν και την αγαπούσε μ’ ένα δικό του τρόπο. Εκείνη, πάντα τον αντιμετώπιζε ως άψυχο αντικείμενο και δεν του έδινε σημασία. Έκανε τη ζωή της, έβγαινε κάθε βράδυ και φυσικά, είχε αρκετούς άνδρες…

Κάποια μέρα, έξι χρόνια μετά το γάμο τους, έφυγε ξαφνικά από το σπίτι και δεν ξαναγύρισε, ούτε ενδιαφέρθηκε να μάθει τι απέγιναν τα παιδιά της, που τ’ άφησε σε πολύ μικρή ηλικία.

Τότε, ο εγκαταλελειμμένος σύζυγος αναγκάστηκε να γίνει και πατέρας και μητέρα για κείνα, ώστε να καταφέρει να τα μεγαλώσει με χίλιες δυο δυσκολίες, με βασικότερη την οικονομική, καθώς αναγκάστηκε να βάλει υποθήκη το σπίτι του, για χρέη…

Ωστόσο, ο Ορέστης πάντα του φερότανε με μίσος κι απέχθεια, θεωρώντας τον υπεύθυνο για τη φυγή της μάνας του. Έγινε ένας νέος αγενής, απότομος και αδιάφορος για όσα συνέβαιναν μέσα στην οικογένεια, με την οποία συνυπήρχε μόνον όταν πήγαινε για φαγητό, ύπνο και για να ζητήσει λεφτά από τον γέρο δικηγόρο. Τις υπόλοιπες ώρες, τις περνούσε ξενυχτώντας με διάφορες ύποπτες παρέες…

Αντιθέτως, η Σοφία αναγκάστηκε από τα μικρά της χρόνια να γίνει η νοικοκυρά του οίκου Μαλβή. Ένα κορίτσι χαμηλών τόνων, χωρίς ιδιαίτερη μόρφωση και κοινωνικές συναναστροφές, έμεινε κοντά στον πατέρα της και φρόντιζε σε καθημερινή βάση ώστε να μη του λείπει κάτι.

Οι μόνες ευχάριστες ώρες στο φτωχικό σπίτι, ήταν οι «βεγγέρες» που διοργάνωνε ο γερο-Μαλβής κάθε Πέμπτη. Έρχονταν εκεί ο γαμπρός του Αργύρης Μαντουλάς (Περικλής Χριστοφορίδης) με τη γυναίκα του και αδελφή του «οικοδεσπότη», ο φίλος του Τάσος Ποντικενάς (Νάσος Κεδράκας) με την «ψηλομύτα» σύζυγό του Μελπομένη και δυο-τρεις ηλικιωμένες γειτόνισσες…

Κάποια στιγμή, ο Μαντουλάς θα του προτείνει να πάρει ένα βοηθό για το γραφείο του, ούτως ώστε να ξαναρχίσει να δουλεύει με πιο εντατικούς ρυθμούς. Του συστήνει λοιπόν το Γιάννη Μαρούκη (Κώστας Καστανάς), γιο ενός παλιού φίλου του στον οποίον είχε κάποια υποχρέωση.

Ο νεαρός και ο Μαλβής, νωρίτερα είχανε γνωριστεί κατά τύχη σ’ ένα καφενείο, ενώ ο πρώτος μένει έκπληκτος όταν ξανασυναντά τη Σοφία, την οποία είχε δει στην περιφορά του Επιταφίου κάποια Μεγάλη Παρασκευή κι ένιωσε κάτι γι’ αυτή…

Πράγματι, χάρη στην εργατικότητα και τις διαπραγματευτικές ικανότητες του Μαρούκη, το δικηγορικό γραφείο αποκτά «ζωή» και πάλι. Διεκπεραιώνονται σιγά-σιγά οι παλιές υποθέσεις, ενώ έρχονται και νέοι πελάτες, οπότε βελτιώνονται και τα οικονομικά του σπιτιού. Επιπλέον, και ο ίδιος ο γερο-Μαλβής αρχίζει να δραστηριοποιείται και ν’ ασχολείται ξανά με τη δουλειά του. Παράλληλα, αρχίζει να υπάρχει μιαν αμοιβαία συμπάθεια μεταξύ του νεαρού βοηθού και της κόρης του «αφεντικού», η οποία όμως δεν εκδηλώνεται φανερά…

Η αντίστροφη μέτρηση για το γηραιό δικηγόρο, θ’ αρχίσει όταν ο Ορέστης θα πάρει το πτυχίο της Νομικής. Γεμίζει χαρά, πιστεύοντας ότι πλέον θ’ αναλάβει εκείνος το γραφείο κι έτσι, ετοιμάζεται να γιορτάσει την επιτυχία του γιου του. Αγοράζει ένα πανάκριβο δώρο γι’ αυτόν, ενώ καλεί και τους «συνήθεις υπόπτους» για να τους κεράσει.

Όμως, ο πάντα ψυχρός κι απόμακρος νέος, του γνωστοποιεί ότι συναντά τη μητέρα του κι έχει επαφές μαζί της. Ο Μαλβής παθαίνει σοκ και η πρώτη καρδιακή προσβολή είναι γεγονός, καθώς υποφέρει χρόνια από την καρδιά του…

Έτσι, ο Μαρούκης μένει εντελώς μόνος και προσπαθεί με νύχια και με δόντια να κρατήσει όρθιο το γραφείο και τους πελάτες. Συν τοις άλλοις, είναι αρκετά μπερδεμένος ως προς τα συναισθήματά του για τη Σοφία, ενώ έχει και τη μητέρα του (Ειρήνη Κουμαριανού), μια δεσποτική κι αυστηρή γυναίκα, η οποία δεν κάνει κάτι άλλο όλη μέρα, παρά να τον επικρίνει για την «τεμπελιά» του.

Στο μεταξύ, ο Ορέστης έρχεται όλο και πιο κοντά με τη μητέρα του κι εκείνη, του γνωρίζει ένα φίλο της, το Χατζηναούμ (Γιάννης Κανδήλας), έναν επιχειρηματία που δραστηριοποιείται στην Αίγυπτο.

Οι δυο άνδρες δεν κρύβουν την αντιπάθειά τους από την πρώτη στιγμή της γνωριμίας τους, ωστόσο ο νεαρός δέχεται την πρόταση να τον ακολουθήσει στο Κάιρο και να δουλέψει στις επιχειρήσεις του.

Αυτή θα είναι και η χαριστική βολή για το Μελέτη Μαλβή. Ένα πρωινό, όταν θα μπει στο δωμάτιο του γιου του και θα το βρει άδειο, θα καταλάβει ότι έφυγε και θα καταρρεύσει. Θα πάει στο σπίτι της Όλγας, αντικρίζοντάς την έπειτα από σχεδόν είκοσι χρόνια και θα την εκλιπαρήσει να του δώσει πίσω τον Ορέστη. Όμως, εκείνη θα του ανακοινώσει ότι ήδη έφυγε για την Αίγυπτο και τότε, θα πάθει τη δεύτερη και μοιραία καρδιακή προσβολή…

Τότε, η Όλγα θα προσπαθήσει να πάρει κοντά της τη Σοφία, καθώς πλέον δεν της έχει απομείνει κάτι άλλο. Θα τη συναντήσει μετά από πολλά χρόνια και θα την παρακαλέσει να έλθει μαζί της, ωστόσο αυτή θα τη διώξει με τον πιο προσβλητικό τρόπο, μην αναγνωρίζοντάς της το δικαίωμα να την αποκαλεί «κόρη της»…

Κάποια στιγμή, ο Γιάννης και η Σοφία θα έλθουνε πιο κοντά και μιαν εκδρομή στο Δαφνί, εκείνος θα κάνει την πρώτη και καθοριστική κίνηση για να της δείξει τι αισθάνεται. Εκείνη θα παραμείνει επιφυλακτική μέχρι να βάλει σε τάξη τις σκέψεις της, αλλά μπροστά στον ετοιμοθάνατο πατέρα της θα πάρει την απόφαση να ζήσει δίπλα στο νεαρό βοηθό του, ο οποίος έχει μείνει μόνος μετά τη βαριά αρρώστια της μητέρας του. Έτσι, ο γερο-Μαλβής θα «φύγει» ήσυχος, έχοντας προηγουμένως ζητήσει από τον Ποντικενά να προσέχει την κόρη του σαν δικό του παιδί…

Το καστ

Ο Άγγελος Τερζάκης βρισκόταν εν ζωή στην τηλεοπτική μεταφορά της «Μενεξεδένιας πολιτείας» και οπωσδήποτε, δε θα μπορούσε να φανταστεί καλύτερη επιλογή ηθοποιών για τους χαρακτήρες του έργου του. Ξεκινάμε από το Θάνο Κωτσόπουλο, ένα μεγάλο κεφάλαιο της εγχώριας υποκριτικής τέχνης, με σπουδαία θητεία κυρίως στο χώρο της αρχαίας τραγωδίας.

Κι εδώ καλείται να ερμηνεύσει ένα τραγικό πρόσωπο, όπως είναι ο Μελέτης Μαλβής. Ένας άνθρωπος που τα έχασε όλα, εξαιτίας της ατολμίας και της πράας φύσης του. Μπορεί η σειρά να έχει διαγραφεί και να μην υπάρχει η δυνατότητα να τον δούμε σε τούτο το ρόλο, όμως είναι βέβαιο ότι τον απέδωσε με μοναδικό τρόπο και παρουσίασε ένα μέρος των τεράστιων υποκριτικών ικανοτήτων του.

Ο Νίκος Γαλανός, ήταν ιδανικός για να ενσαρκώσει τον άστατο και πληγωμένο Ορέστη. Σίγουρα ήταν εξαιρετικός, δεδομένου ότι και στον κινηματογράφο είχε υποδυθεί περιθωριακά άτομα και «παραστρατημένους» νεαρούς.

Η Κατερίνα Βασιλάκου και ο Κώστας Καστανάς, αγαπήθηκαν πολύ από το κοινό ως τηλεοπτικό ζευγάρι. Η αξέχαστη ηθοποιός έκανε την πρώτη πρωταγωνιστική εμφάνισή της στην τηλεόραση, σ’ ένα ρόλο «κομμένο και ραμμένο» στα μέτρα της, καθώς και στο σινεμά ήτανε πάντα το «σεμνό και νοικοκυρεμένο κορίτσι».

Εξάλλου, ο Καστανάς διέθετε όλα εκείνα τα στοιχεία που χρειαζότανε για να ενσαρκώσει την προσωπικότητα του Γιάννη Μαρούκη. Όσο για τη Χαριτίνη Καρόλου, είχε το αριστοκρατικό στυλ που έπρεπε για το ρόλο της Όλγας Βέλμερη και σίγουρα τον απέδωσε ιδανικά.

Από εκεί και πέρα, εκτός των ονομάτων που ήδη έχουμε αναφέρει, στη «Μενεξεδένια πολιτεία» συμμετείχανε και οι Ντίνος Καρύδης (Μίνως Χεντρίτης, συμφοιτητής και φίλος του Ορέστη, ένας θρασύτατος νεαρός, που δεν παρέλειπε να πολιορκεί ερωτικά τη Σοφία, αλλά χωρίς επιτυχία), Κατερίνα Μαραγκού (Αγγελική, η «προχωρημένη» φίλη της Σοφίας), Ελένη Κριτή, Ελπίδα Μαζαράκη, Σοφία Ντάβου κ.α., τους ρόλους των οποίων δυστυχώς δεν καταφέραμε να εντοπίσουμε…

Σημειωτέον ότι αρχικώς, για το ρόλο της Σοφίας είχε γίνει πρόταση στη Νόρα Βαλσάμη, η οποία όμως αρνήθηκε, λόγω του ότι ήταν έγκυος στο μονάκριβο γιο της…

Σχόλιο

Από τη στιγμή που δεν έχει σωθεί ούτε ένα πλάνο της σειράς, δεν είναι δυνατό να κάνουμε ασφαλή κριτική για τον τρόπο με τον οποίο παρουσιάστηκε στους τηλεθεατές. Ωστόσο, και μόνο τα ονόματα των συντελεστών, φτάνουνε και περισσεύουνε για να μπορούμε να πούμε ότι επρόκειτο για μια δουλειά υψηλής ποιότητας, με βάση βεβαίως και τα μέσα που υπήρχανε στη διάθεσή τους.

Μέσα από τις περιλήψεις των επεισοδίων που δημοσιεύονταν κάθε εβδομάδα στο περιοδικό «Ραδιοτηλεόραση», διαπιστώνουμε ότι η τηλεοπτική διασκευή του έργου δε διέφερε ιδιαίτερα από το πρωτότυπο μυθιστόρημα του Τερζάκη, με κάποιες ανεπαίσθητες διαφορές. Για παράδειγμα, στη σειρά ο Μαλβής διηγείται τη ζωή του στη Σοφία και στο Γιάννη, ενώ στο βιβλίο τον βλέπουμε να τη θυμάται μόνος του…

Σίγουρα ο Κώστας Φέρρης σκηνοθέτησε υποδειγματικά τη «Μενεξεδένια πολιτεία», καθώς ήδη είχε ανάλογη εμπειρία από μεταφορά λογοτεχνικού πονήματος στην τηλεόραση, από τους «Εμπόρους των εθνών» του Παπαδιαμάντη…

Η παραγωγή ήτανε της “PANTAS TV”, των αδελφών Μάκη και Τάκη Πάντα, που για πρώτη φορά κάνανε την εμφάνισή τους στην ελληνική τηλεόραση, ενώ τη διεύθυνσή της, είχε ο Τάκης Σιμονετάτος.

Τα γυρίσματα γίνονταν στο στούντιο ΑΤΑ και το μεγαλύτερο μέρος τους ήτανε σε βίντεο. Επρόκειτο για μιαν από τις πιο δαπανηρές παραγωγές της εποχής όσον αφορά την κατασκευή των σκηνικών, χρησιμοποιήθηκαν δυσεύρετα αντικείμενα-αντίκες, ενώ καταβλήθηκε προσπάθεια ώστε τα κοστούμια και τα χτενίσματα ν’ αναπαριστούν το στυλ της εποχής του ’35, όπου εξελίσσεται η ιστορία.

Τη μουσική της σειράς έγραψε ο Σταύρος Λογαρίδης και ακούγοντάς την, διαπιστώνουμε ότι μοιάζει αρκετά με τη μεταγενέστερη των «Δρόμων της φωτιάς», χάρη στην οποίαν ο Βαγγέλης Παπαθανασίου κέρδισε το βραβείο Όσκαρ…

*Οι φωτογραφίες προέρχονται από τεύχη του περιοδικού “Ραδιοτηλεόραση”, που υπάρχουνε στο αρχείο του συντάκτη της στήλης.

———–

*** Απαγορεύεται αυστηρά η αναδημοσίευση υλικού, χωρίς την άδεια του Music Corner…

LEAVE A REPLY

Please enter your comment!
Please enter your name here