Είδαμε τους “Πέρσες”, σε σκηνοθεσία Άρη Μπινιάρη, στο κατάμεστο Θέατρο Κάστρου στην Καλαμάτα…

Γράφει ο Δημήτρης Κονιδάρης
Οι φωτογραφίες είναι του Στέλιου Καλλινίκου

Την Πέμπτη 14 Ιουνίου στο κατάμεστο Θέατρο Κάστρου στην Καλαμάτα ξεκίνησε η δεύτερη χρονιά της  περιοδείας της ομάδας του Θεατρικού Οργανισμού Κύπρου που παρουσίασε τους «Πέρσες» του Αισχύλου σε σκηνοθεσία του Άρη Μπινιάρη.  Μετά την περυσινή μεγάλη επιτυχία οι υπεύθυνοι του έργου επέλεξαν ως εναρκτήρια τοποθεσία το σχετικά μικρό αλλά αναμφίβολα όμορφο θέατρο της Μεσσηνιακής πρωτεύουσας με την εξαιρετική θέα προς την πόλη και τη θάλασσα.


Καταρχάς πρέπει να τονιστεί ότι πρόκειται για την πρωιμότερη από τις διασωθείσες αρχαίες τραγωδίες  και το μοναδικό διασωθέν ιστορικό δράμα αφού αναφέρεται στην περίλαμπρη και κοσμοϊστορικής σημασίας  Ελληνική νίκη στη Ναυμαχία της Σαλαμίνας το 480 π.Χ.  Το έργο εδιδάχθη, δηλαδή πρωτοπαρουσιάστηκε, το 472 π.Χ., λίγα μόλις χρόνια μετά το πέρας των Περσικών πολέμων. Θέμα του η λεπτομερής αφήγηση της ναυμαχίας, όπου ο Αισχύλος συμμετείχε ως οπλίτης, καθώς και η ενημέρωση των Περσών για την πανωλεθρία που υπέστη ο στρατός τους και ο στόλος τους. Βασικός σκοπός του έργου, πέρα από την τόνωση του εθνικοπατριωτικού συναισθήματος των Ελλήνων μέσω της εξύμνησης της πολεμικής αρετής και ανδρείας τους, ήταν να καταδειχτεί πώς η αλαζονεία οδηγεί στην καταστροφή.

Η δράση τοποθετείται στα Σούσα, την πρωτεύουσα της αχανούς Περσικής Αυτοκρατορίας, όπου ο θεατής πληροφορείται  την έκβαση της μάχης από την πλευρά των ηττημένων με την άφιξη του αγγελιαφόρου. Η ενδιαφέρουσα αυτή τεχνική  δεν είναι επινόηση του Αισχύλου, αφού όπως είναι γνωστό από τους αρχαίους σχολιαστές, οι «Πέρσες» είναι κατά κάποιο τρόπο διασκευή  του δράματος «Φοίνισσαι» του Φρυνίχου στο οποίο  γυναίκες από τη Φοινίκη πηγαίνουν στα Σούσα για να μάθουν τα νέα της Περσικής εκστρατείας. Πιθανότατα η τοποθέτηση της δράσης σε μία μη Ελληνική πόλη ήταν ένας από τους λόγους να γίνει το έργο  ακόμα πιο δημοφιλές ενώ με αυτό ο Αισχύλος κέρδισε το πρώτο βραβείο στους θεατρικούς αγώνες.


Όσον αφορά την παράσταση νομίζω ότι μία λέξη μπορεί να περιγράψει αυτό που είδαμε και βιώσαμε στο θέατρο του Κάστρου της Καλαμάτας: ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΤΙΚΗ. Προσωπική άποψη είναι πως ο Μπινιάρης έκανε εξαίρετη δουλειά σε πολλά επίπεδα. Συγκεκριμένα κατάφερε να δέσει αρμονικά το χορό με τα υπόλοιπα πρόσωπα του έργου συνδυάζοντάς τη σκηνική παρουσία με υποβλητική μουσική, την οποία επιμελήθηκε ο ίδιος. Με αυτόν τον τρόπο πέτυχε να μας δώσει μια  καθηλωτική παράσταση. Ειδικά για τη μουσική χρήζει επιπλέον αναφοράς λόγω του ότι ακούσαμε ήχους από την Περσία, αφού ο σκηνοθέτης είχε κάνει ενδελεχή αναζήτηση πάνω στο θέμα ενώ την ώρα εισόδου του πνεύματος του Δαρείου παίχτηκε παραδοσιακή μουσική της Γεωργίας.

Γενικά η σκηνή έλευσης του Δαρείου και ό,τι προηγήθηκε αυτής ήταν πάρα πολύ δυνατή και δεν θα ήταν άστοχο να ισχυριστούμε ότι οδήγησε στο αποκορύφωμα την αγωνία του θεατή αφού η αναμονή της εισόδου ενός νεκρού είναι κάτι μη σύνηθες. Εξάλλου ο Νίκος Ψαρράς, που ενσάρκωνε τον Δαρείο, είχε κάνει πέρυσι την, αν μη τι άλλο, ειλικρινή δήλωση «Δεν γνωρίζω πώς παίζεται ένας μη ζωντανός άνθρωπος». Αξιοσημείωτο είναι πως ο Ψαρράς ήταν λιτός, ουσιαστικός και πολύ καθοριστικός στο σύντομο σε διάρκεια αλλά κολοσσιαίο σε σπουδαιότητα ρόλο του. Θεωρώ ότι ήταν ακόμα καλύτερος από την περυσινή του εμφάνιση στην Επίδαυρο, δείχνοντας ότι η βελτίωση σε έναν ηθοποιό δεν έρχεται μόνο μέσα από πρόβες αλλά και από τις ίδιες τις παραστάσεις.

Η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη, πολύπειρη στο Αρχαίο Δράμα, έδειξε για πολλοστή φορά ότι είναι από τις κορυφαίες σύγχρονες ηθοποιούς μας, διαδραματίζοντας ένα σύνθετο και κομβικό ρόλο, υποδυόμενη την Άτοσσα, γυναίκα του αποθανόντος βασιλιά Δαρείου και μητέρα του Ξέρξη. Αρχικά, πριν την άφιξη του αγγελιαφόρου,  απέδωσε άριστα με τη δέουσα μεγαλοπρέπεια την Άτοσσα και στη συνέχεια, εν αναμονή της άφιξης του πνεύματος του Δαρείου, ήταν υποδειγματική (και αξιοθαύμαστη για την αντοχή της και την ακρίβειά της) στο στροβιλισμό της. Νομίζω ότι η αύρα της και η σκηνική της παρουσία εμπλούτισαν την παράσταση και την έκαναν πιο μεστή.

Ο Αντώνης Μυριαγκός ως Ξέρξης ήταν απολύτως πειστικός. Με τις  κινήσεις του, την εκφορά του λόγου και τη συνολική του παρουσία απέδωσε ιδανικά τον ξεπεσμό του υπερφίαλου μονάρχη. Πραγματικά ο Μυριαγκός με την ερμηνεία του μας έκανε να λυπηθούμε τον Πέρση ηγεμόνα και να τον συμπονέσουμε ξεχνώντας ίσως προς στιγμήν ότι οι Πέρσες ήταν οι επίδοξοι κατακτητές της πατρίδας μας. Άλλωστε στο πρόσωπο του Ξέρξη αποτυπώνεται σημαντικό μέρος της ουσίας του έργου που είναι η τιμωρία που επήλθε στους Πέρσες, πρωτίστως στο βασιλιά τους, για την Ύβρι στην οποία υπέπεσαν. Επίσης, πολύ χαρακτηριστική ήταν η σκηνή που ο αδύναμος πλέον  και ταπεινωμένος βασιλιάς δείχνει ό,τι έχει απομείνει από τη στολή του, κάτι που συμβόλιζε την ήττα και την πτώση της πανίσχυρης αυτοκρατορίας του.

Για τον Χάρη Χαραλάμπους ό,τι και να πει κανείς θα υπολείπεται της εκπληκτικής ερμηνείας του αφού ήταν πραγματικά συνταρακτικός στο ρόλο του αγγελιαφόρου. Οπωσδήποτε δεν θα πρέπει να παραβλέψουμε ότι η είσοδος του αγγελιαφόρου στο εν λόγω έργο είναι από τις κορυφαίες στιγμές της Παγκόσμιας Θεατρικής Δραματουργίας και ο Χαραλάμπους στάθηκε περίφημα σε αυτή. Ήταν αδύνατο να μην ανατριχιάσουμε από τα λόγια του κατά την περιγραφή της Ναυμαχίας ενώ εξέχουσα στιγμή του, όπως και ολόκληρης της παράστασης, κατά την οποία καταχειροκροτήθηκε, ήταν η φράση “Εμπρός, παιδιά των  Ελλήνων, ελευθερώστε την πατρίδα, ελευθερώστε τα  τέκνα, τις  γυναίκες, τα ιερά των πατρικών Θεών….» που είναι μετάφραση μιας από τις πλέον ξακουστές και θρυλικές φράσεις της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας «Ω παίδες Ελλήνων, ίτε, ελευθερούτε πατρίδ’, ελευθερούτε δε παίδας, γυναίκας, θεών τε πατρώων έδη…».


Τέλος, για το χορό που είχε  βασικό πρωταγωνιστικό ρόλο, τα μέλη του έδεσαν άρρηκτα μεταξύ τους. Ιδιαιτέρως δε κατά τη σκηνή εισόδου του ρακένδυτου Ξέρξη, ο χορός με το ρυθμό του, σε συνδυασμό με την υποβλητική μουσική, μας χάρισε ένα υπέροχο οπτικοακουστικό θέαμα, μια αληθινή θρηνωδία, που μας έκανε να συνειδητοποιήσουμε το δράμα του πολέμου. Άλλωστε οι Πέρσες είναι ΚΑΙ αντιπολεμικό έργο αφού περιγράφονται  τα δεινά του πολέμου. Θεωρώ ότι θα ήταν παράλειψη να μην αναφερθούν τα μέλη του χορού: Ηλίας Ανδρέου, Πέτρος Γιωρκάτζης, Γιώργος Ευαγόρου, Γιώργος Ονησιφόρου, Μάριος Κωνσταντίνου, Παναγιώτης Λάρκου, Δαυίδ Μαλτέζε, Γιάννης Μίνως,  Ονησίφορος Ονησιφόρου, Στέφανος Πίττας, Κωνσταντίνος Σεβδαλής και Άρης Μπινιάρης (ο σκηνοθέτης).


Σημειωτέον ότι  η αναφορά πολλών ονομάτων Περσών ηγεμόνων όπως Αρτεμβάρης, Σουσισκάνης, Φαρανδάκης, Φαρνούχος, Ψάμμης, Μασίστρας, Αριόμαρδος, κ.α.  χρωμάτισε το έργο με ένα πιο μυστηριακό και απόκοσμο χαρακτήρα ενώ οι Πέρσες φαίνονταν ως εξωτικοί και απόμακροι, εντελώς έξω από τον κόσμο των Ελλήνων.

Συμπερασματικά ο Θεατρικός Οργανισμός Κύπρου με την εμπνευσμένη καθοδήγηση του Άρη Μπινιάρη μάς προσέφερε  μια μαγική παράσταση που δεν θα ξεχαστεί εύκολα. Οι συντελεστές κατάφεραν να αποδώσουν τη μεγαλοπρέπεια του Αισχύλειου λόγου και να μεταφέρουν την εικόνα της Ναυμαχίας, που περιγράφει ο μέγας τραγικός, κατά βέλτιστο τρόπο. Εξάλλου ο λόγος του Αισχύλου, από τα αρχαία χρόνια έως τις ημέρες μας, εμπνέει στο θεατή το αίσθημα του δέους και του υψηλού, ένα ύφος άριστα συνυφασμένο με τα δρώμενα στις τραγωδίες του. Πόσο μάλλον όταν αναφέρεται σε μια από τις καθοριστικότερες πολεμικές συγκρούσεις που εν τέλει σημάδεψε την ιστορία της ανθρωπότητας.

Ουσιαστικά πρόκειται για μια παράσταση που προκαλεί  έκρηξη συναισθημάτων: υπερηφάνεια και θαυμασμός για τους Έλληνες, συμπόνια και  οίκτος αλλά και σεβασμός για τους Πέρσες, συγκίνηση,  αγωνία και στο τέλος ένα ερώτημα «Γιατί ολοκληρώθηκε τόσο γρήγορα η παράσταση;»


Τελειώνοντας θα ήθελα να κάνω μια αναφορά σε όσους, μάλλον λιγοστούς, κακοχαρακτήρισαν την παράσταση (από την περυσινή πρώτη χρονιά της περιοδείας) και ισχυρίστηκαν ότι η σκηνοθεσία του Μπινιάρη δεν προσέφερε κάτι καινούργιο. Σίγουρα η θρυλική παράσταση του 1965 σε σκηνοθεσία Καρόλου Κουν και μουσική Γιάννη Χρήστου είναι η πλέον γνωστή και κλασική που έμεινε στην ιστορία με αρκετές προσπάθειες στη συνέχεια όπως του Λευτέρη Βογιατζή το 1999. Όμως, θεωρώ ότι  είναι επιβεβλημένο να γίνονται νέες απόπειρες για παρουσίαση των αριστουργημάτων των μεγίστων τραγικών της αρχαιότητας. Ειδάλλως θα μείνουν αυτά τα έργα ως μουσειακό είδος και δεν θα έλθουν κοντά στο κοινό, με δεδομένο μάλιστα ότι δεν πρόκειται εύκολα – ας μην γελιόμαστε-  κάποιος να παρακολουθήσει μια παράσταση της δεκαετίας του ’70 ή του ’80 μέσω youtube. Ας είμαστε πιο δεκτικοί στις νέες δουλειές καλλιτεχνών και ας στηρίζουμε όσο μπορούμε τον αγώνα τους. Εξάλλου το πρωτογενές υλικό, δηλαδή τα έργα των τραγικών και του Αριστοφάνη, υπάρχει και είναι ασύγκριτο. Ποια όμως η ωφέλεια αν δεν παρακολουθούμε αυτές τις παραστάσεις και απλώς περηφανευόμαστε για τα έργα των αρχαίων προγόνων μας χωρίς να έχουμε την παραμικρή ιδέα γι’ αυτά;

Κλείνοντας θα παραθέσουμε τα λόγια της μεγάλης θεατρικής ηθοποιού Ρένης Πιττακή το 2000, στη χαραυγή του νέου αιώνα, όταν παρουσιάστηκαν οι Πέρσες: «Τώρα είναι η ώρα των “Περσών” να δοκιμαστούν ξανά. Οταν κάτι είναι παλιό, η ζωή το ξεπερνά και το αφήνει να πεθάνει. Αλλιώς το κάνει ζωντανή παράδοση και όχι μουσειακό έκθεμα. Έτσι μπαίνοντας σε έναν καινούργιο αιώνα διαλέγουμε να πάρουμε μέσα στη βαλίτσα μας κάποιες από τις παραστάσεις που μας σημάδεψαν»

Για το αν συστήνουμε την παρακολούθηση της μυσταγωγικής αυτής παράστασης η απάντηση είναι προφανώς καταφατική. Εξάλλου και μόνο για την πασίγνωστη και κλασική φράση του αγγελιαφόρου «Νυν υπέρ πάντων αγών», που με τόση ένταση και τέτοιο πάθος απήγγειλε ο Χαραλάμπους, αξίζει και με το παραπάνω να σπεύσει κανείς να αγοράσει εισιτήριο.

 

* Οι φωτογραφίες είναι του Στέλιου Καλλινίκου, από την παράσταση στην Επίδαυρο, από το site του Φεστιβάλ Αθηνών & Επιδαύρου

Αναφορές

  • Αισχύλος, ο δημιουργός της τραγωδίας, Gilbert Murray, Εκδόσεις Καρδαμίτσα, 1989
  • Πέρσαι Αισχύλου, εκδόσεις Κάκτος, 1992

 —————

*** Απαγορεύεται αυστηρά η αναδημοσίευση υλικού γραπτού ή οπτικού, χωρίς την άδεια του Music Corner…

Κανένα Σχόλιο

Αφήστε απάντηση